Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2018

ΞΕΡΕΙΣ ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ Ν’ ΑΛΛΑΖΩ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ


Ο καφές του φαρμάκι. Το ίδιο και το τσιγάρο (τα ήπιες και τα δυο σαν δόση)
Κοίταξε έξω. Έβρεχε.
Ένα ρεμπέτικο δυνάμωνε τη βροχή: «Τρεις σταγόνες δηλητήριο να μου έριχνες απόψε στο πιοτό»
Τράβηξε την ξανθιά Ελένη από τις μασχάλες, και τη σεργιάνισε σ’ όλο του το κορμί.
Ένα χρυσόψαρο κολυμπούσε μες στο κεφάλι της.
Την άφησε στο πάτωμα απότομα. Το νερό χύθηκε. Το χρυσόψαρο σπαρταρούσε.
Μπήκε στο άλλο δωμάτιο να εμφανίσει κάτι φιλμς από την τελευταία παρέλαση. Τον ενδιέφερε μια φωτογραφία: ένας καβαλάρης μ’ ένα μωβ λουλούδι στο στόμα.
Δεν τα κατάφερε όμως στην εμφάνιση.
Έβαλε παραπάνω απ’ το κανονικό φως. Το ’νιωθε. Έχασε τον έλεγχό του.
Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, επτά, οκτώ, εννιά.
Έδωσε μια κι άνοιξε όλα τα παράθυρα.
Αρνητικό, θετικό, ο καβαλάρης με το λουλούδι.
Φύγανε όλα.
Γύρισε και τη βρήκε να κεντά το ψόφιο χρυσόψαρο στο στήθος της
 (Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ 1970 – στον τίτλο της ανάρτησης ακροτελεύτιο στιχάκι από τη ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΑ όπου και η αποστροφή: «Α, Μαρία, τα μάτια σου δυο τεράστιες γαλάζιες αφίσες κολλημένες σ’ ένα γιαπί, κι από κάτω ένα παιδί να δοκιμάζει τη φυσαρμόνικά του]


ΣΗΜΕΙΩΣΗ:  Το ρεμπέτικο «Τρεις σταγόνες δηλητήριο να μου έριχνες απόψε στο πιοτό», που μνημονεύεται στους στίχους της ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ, τραγουδισμένο μοναδικά από τη Σωτηρία Μπέλου, εδώ σε μια εκτέλεση από  -Φ. Βελεσιώτου-Λ.Καλημέρη


ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Σήμερα είδα την παλιά μου αγάπη
να βάφει τα νύχια της κόκκινα.
 Ανάψαμε τσιγάρο.
Καθίσαμε στο κρεβάτι κοντά στο παράθυρο.
Δεν είπαμε τίποτα.
Δεν μπορούσαμε να πούμε τίποτα.
Γιατί τα τύμπανα παίζανε ξέφρενα
στους δρόμους.
Γιατί οι καλύτεροι φίλοι είναι
στην ξενιτιά και στον στρατό.

Πώς να μιλήσεις όταν όλοι οι στρατοί
του κόσμου έχουν στραμμένα τα όπλα τους
πάνω σου;  

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ
Στη γέφυρα χτυπήσανε τον Κώστα.
Πριν μας αφήσει, είπε: «Να με θάψετε
εδώ για να με πατάνε οι περαστικοί».
Δεν του χαλάσαμε το χατίρι.

Και πρώτοι τον πατήσαμε εμείς.

ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΩ ΔΕΛΦΩΝ
Μισάνοιχτες ντουλάπες άφησα να κοιτάνε
τους δολοφόνους και πήγα στους Δελφούς.
Ο κουρντισμένος φύλακας έλεγε, έλεγε…
και μασούσε που και που κανένα φύλλο δάφνης.
Η Σφίγγα χαμογελούσε παράξενα στον πλαϊνό που αρχαιολόγο.
Οι ζωοφόροι μπαινόβγαιναν μες στα μάτια σου.
Ο Ηνίοχος ψιθύρισε, κοιτάζοντας αφηρημένα
τη χαίτη των αλόγων του:
-«Κι έπειτα, ξέρετε, είμαι τόσο αφηρημένος.
Ξέχασα στον Βεζούβιο να κάνω μια βουτιά».
(Χωρίς να ’χει διαβάσει ποτέ Milosz)

Κι η καρδιά του Σικελιανού έδινε τις τελευταίες
οδηγίες στη Σίβυλλα, για τον μεγάλο χρησμό.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ
Η τελευταία σου γνήσια αναπνοή
έσβησε μες τη φωτιά.
Ύστερα έφυγες μ’ ένα φαύνο.

Άμα σε ξαναδώ, θα σε σκοτώσω
μ’ ένα χαμόγελο.

ΑΓΓΕΛΤΗΡΙΟ
Ήταν διευθυντής σε υπουργείο
Όταν πέθανε, τα παιδιά του
βρήκαμε το γραφείο του γεμάτο ποιήματα.

Το ’χα διαβάσει πριν δύο τρία χρόνια
στις εφημερίδες.
Το θυμήθηκα τώρα που άρχισα να εργάζομαι.

ΧΟΡΟΣ σε 9/8
Αυτό το ορισμένο βιολοντσέλο – όχι άλλο –
με κόβει σε χίλια κομμάτια.
Η κόρη που αγαπούσα στην παιδική μου ηλικία
μαζεύει το αίμα που τρέχει μ’ ένα μπαμπάκι
και φτιάχνει φυλαχτά γι’ αυτούς
που δεν θα ταξιδέψουνε ποτέ.

Μόλις που πρόλαβα το λεωφορείο.
Μπήκα στο γραφείο πρόχειρα συναρμολογημένος,
μ’ ένα σμάρι πεταλούδες και ψάρια
να κυνηγούν τα μάτια μου.

Άλλη φορά δεν θα διαβάσω με το φεγγάρι
βιβλίο του Νίκου-Γαβριήλ Πεντζίκη.

ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΑ
Η ομίχλη της Λόντρας δεν φτάνει
ίσαμε δω.
(Εδώ έχουμε ομίχλη από σίδερο)
-Α, Μαρία, τα μάτια σου δυο τεράστιες
γαλάζιες αφίσες κολλημένες σ’ ένα γιαπί,
κι από κάτω ένα παιδί να δοκιμάζει
τη φυσαρμόνικά του.

Ξέρεις, κουράστηκα ν’ αλλάζω προσωπεία.

ΗΡΩΟ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Κάθισε κάτω από το άγαλμα
και σκεφτότανε – δηλαδή τίποτε
συγκεκριμένο – αλλά σκεφτότανε.
Καθώς περνούσαν οι ώρες,
άρχισε το σώμα του ν’ αποκτά
το χρώμα και τη σκληράδα
του μπρούντζου.
Τα χαράματα, τέσσερις οδοκαθαριστές,
μόλις τον είδαν, σάστισαν και βάλθηκαν
να φωνάζουν: «Θαύμα. Θαύμα».
Και γύρισαν όλη την πόλη
κηρύχνοντας αυτό που είδαν.

Με το σούρουπο είχε σκεπαστεί
ολόκληρος από στεφάνια.

[Και ήρθαν και πέρασαν καλοκαίρια, χειμώνες και Σεπτέμβριοι μεταφυσικοί, όπως έγραφε στο ποίημα «Σεπτεμβριανό Φως» ο Τάκης Σινόπουλος, και δεν σε πρόδωσα ποτέ,μάτια μου. Και πολύ τραγούδησα και πολύ εσιώπησα για σένα. Δρόμους με οδοφράγματα και δρόμους πλατείς διαβήκαμε. Πέταξα, δίψασα, πείνασα και δεν παραπονέθηκα. Έφαγα ξερό ψωμί και ποίημα. Λοιδορήθηκα από ασεβείς, αλλά η πίστη μου μ’ έσωσε. μέσα στην έρημο και βρήκα νερό και μετά πηγή. Το ποτάμι προσπαθώ να τοπεράσω χρόνια. Με μάτια διψασμένα πέφτω στην αγκαλά σου και κοιμάμαι ήσυχα, μικρό παιδί. Από πάντα ήσουνα η μουσική και η ζωγραφική για μένα. Άλλες νύχτες καθόμουν και κοιτούσα με τις ώρες το σπίτι του Σεφέρη (Άγρας 20). Το παρατηρούσα ν’ αλλάζει γωνίες, να  αναπνέει, να πλέει ανάλογα με το φως του φεγγαριού. Εκείνη την εποχή μπαινόβγαινα σε κινηματογράφους και θέατρα, σε σημείο να είναι οι σκοτεινές αίθουσες προέκταση του δωματίου μου. Αυτή είναι περίπου η μικρή ιστορία της ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗΣ και των ανθρώπων της. Και το ταξίδι συνεχίζεται. Κοιτάζω πίσω το δρόμο και βλέπω να έρχεται προς το μέρος μου, μόνος και φωτεινός, ο Γιώργος Χειμωνάς, στα μαύρα ντυμένος,στα βελούδινα.[τελευταία παράγραφος από το ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ του Γιάννη Κοντού για την ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ]


Δεν υπάρχουν σχόλια: