Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΕΚΒΟΛΕΣ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ…


… Αυτές οι εκβολές των ματιών σου πνιγμένες μες σε γαλανά συρματοπλέγματα για να μην έρχονται ποτέ ως εμάς τ’ αγκάθια της λύπης σου
μα μόνο ο αχνός της λύπης που στεγνώνει παρήγορα πάνω στο δέρμα σου –
είχες ένα δέρμα μυρουδιά κερήθρας
όταν καθίσαμε στην πιο σκληρή ακτή της ζωής μας.
Θυμάμαι δεν σ’ άγγιξα, μα όπως μιλούσαμε, οι φωνές μας εσφίχτηκαν σαν δυο μικρά παιδιά με τόση απελπισία που τίποτε δεν θα μπορέσει πια να τις χωρίσει
[από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΓΕΝΙΚΗ ΑΙΣΘΗΣΗ 1954 ]



ΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙ ΤΩΝ ΑΚΟΙΜΗΤΩΝ
Τούτη η γωνιά της γης, υγρή από οργή κι από αγωνία,
εξόριστη στο μέλλον, αγρυπνάει χωρίς σφυγμό,
όμως συχνά μες απ’ τα τρύπια μας κρανία
περνάει και φέγγει τ’ όνειρο του κόσμου αστραφτερό
και νέα μας φέρνουν για της Γης τον πυρετό
αυτοί, που αδιάκοπα του θάβουν σε μας πλάι,
ζεστούς ακόμα, τυλιγμένους μες στον κεραυνό,
μ’ όλο που η γη πλατιά είναι κι όλους μας χωράει.

Εδώ η βροχή κι ο άνεμος δεν είναι απελπισία·
η λάσπη των ματιών μας σκάει το χώμα με θυμό
κι αν οι αποπάνω μας έπαθαν αμνησία,
μεστές από αίμα οι τύψεις καρτερούν το θερισμό.
Αδέλφια απ’ το Νταχάου με τον ύπνο το σκληρό,
ακούτε που ο λεκές αυτός της γης παραμιλάει
στα ερείπια των ήλιων με παράφορο σκοπό:
Η γη πλατιά, πλατιά είναι κι όλους μας χωράει.

Κι ως μας χωρίζει μοναχά μιας σπιθαμής πικρία
τον έναν απ’ τον άλλον για της νιότης το χαμό,
σκάβοντας, απ’ τα χέρια θα πιαστούμε και τα κρύα
τα σκέλεθρά μας θα σκωθούν σαν κόσκινο λαμπρό,
να κοσκινίσουμε της γης τη μνήμη απ’ το σανό
του μίσους  - Κι έτσι η Ελευθερία θα μας σχωράει
με άρτο απ’ τη ματωμένη στάχτη μας φτωχό
σ’ αυτή τη γη πλατιά έτσι που ’ναι κι όλους μας χωράει.

Τούτη η γωνιά της γης αστράφτει ελπίδα και λυγμό
κι εμπροσθοφυλακή ενός κόσμου προχωράει.
Εμπρός! η ζωή ζητάει τον υψωμό.
Η Γη πλατιά, πλατιά είναι κι όλους μας χωράει.

ΓΑΛΑΖΙΑ ΚΟΚΑΛΑ
Ήμασταν τόσο νέοι και τόσο σύντομοι… Περάσαμε
σαν σύννεφα που μοσχοβόλησαν το χώμα,
ο θόρυβος μας θόρυβος ματιών που ανοίγουν στο σκοτάδι
ήμασταν τόσο νέοι και τόσο σύντομοι.

Γυναίκες δεν γνωρίσαμε πολύ.
Η σάρκα μας υπάκουε σ’ άγνωστα ρίγη.
Αλλάξαμε μια ολόκληρη ζωή
με μια γουλιά λεύτερο άνεμο.

Δεν νιώσαμε άλλη ζεστασιά απ’ τον πυρετό,
ο ύπνος μας κουνιότανε σα θάλασσα,
ο θόρυβός μας θόρυβος ματιών που ανοίγουν στο σκοτάδι
ήμασταν τόσο νέοι και τόσο σύντομοι.

Τώρα βρισκόμαστε εδώ. Ένας σωρός
σπασμένα γαλάζια κόκαλα.
Ο άνεμος περνώντας κάτω από στοές ακοίμητες
σφυρίζει ένδοξους σκοπούς. Πολλοί
μας ονομάζουνε: «φλογέρες του ήλιου¨.
Μα όταν περνούν οι νέες κοπέλες
με τις πεδιάδες των σταχυών στους ώμους τους ν’ αστράφοτυν, ψιθυρίζουν:
-Πώς μπόρεσα, αλήθεια, να πεθάνουν τέτοιοι άνθρωποι;

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΞΟΡΙΣΤΩΝ
Να, πάλι ο ήλιος αντηχεί
με τις χιλιάδες πλήκτρα του στα ράμφη των πουλιών,
να, πάλι ο ήλιος αντηχεί – ο ήλιος που σας αρνήθηκε,
ο ήλιος που δεν χαμήλωσε τα μάτια όταν περνούσατε
μέσα στις μπλούζες της ομίχλης τυλιγμένοι
σηκώνοντας τους σκελετούς των παιδικών ονείρων μας.

Η θάλασσα ξυπνάει, ανοίγουν τα μάτια των κυμάτων
μες στο γαλάζιο άνεμο,
η θάλασσα ξυπνάει – όμως εσάς τα μάτια σας,
ποιος τα κρατάει τα μάτια σας
για να βυθομετράει ποια πέλαγα, ποια φοβερή πληγή,
να λογαριάζει την άμμο των τάφων που μαστιγώνει τη γη
παγώνοντας τ’ αστραφτερά ηφαίστεια των ανθών;

Νησιά που μες το χάρτη δεν θα βρεις, νησιά βρέφη της τρικυμίας
βύζαξαν τόσο αίμα, τόσον πόνο…
Νησιά που μες το χάρτη δεν θα βρεις – Μα εσύ ναύτη
όταν ζυγώνεις στους στιφούς κάβους της αρετής,
εκεί που τα νερά είναι δύσκολα, χαμήλωσε το βλέμμα
κι όρθωσε τα κουπιά, να χαιρετήσεις
αυτούς που δεν κουράστηκε ποτέ το μεγαλείο τους,

Μ’ αγριολούλουδα χεριών ανάβει η παραλία,
ζεστή παλίρροια της καρδιάς, παλίρροια της ζωής,
μ’ αγριολούλουδα χεριών – Όμως εσάς τα χέρια σας,
τα χέρια που είναι τα χέρια σας,
χρόνια τώρα παλεύοντας ανάμεσα στα δόντια της κακίας
χρόνια τώρα χωρίς το τρυφερό φως της γυναίκας στα δάχτυλα
σφίγγοντας άγρυπνα τα ηνία των κεραυνών;

Μια δυνατή αίσθηση ταράζει τον αέρα.
Χτυπούν φτερά καλοκαιριών αναστημένων
μια δυνατή αίσθηση – Όμως εσείς αισθάνεστε;
στ’ αλήθεια πέστε μας αισθάνεστε;
μ’ αυτά τα μάτια που σας ράγισαν
μ’ αυτό το δέρμα που σας έξυσαν
με τα σπασμένα κόκαλά σας
τραβέρσες στις γραμμές τόσων παραλλήλων;

Κι εμάς που μόνο ν’ αγαπούμε ξέρουμε,
εμάς που δεν τολμήσαμε
τίποτα πέρα από μια τύψη
τίποτα πέρα από ένα πόνο,
εμάς που μόνο ν’ αγαπούμε ξέρουμε, άραγε θα καταδεχθείτε
να μας αγαπήσετε, θα καταδεχθείτε;

-… κι αυτοί βουβοί και σοβαροί ξεμπάρκαιρναν από τα σκούρα πλοία τους
κρυφοδαγκώνοντας με οργή τα ξεσκισμένα χείλια τους που έτρεμαν.
Ξέραν αυτοί τι θρίαμβο κλείναν στην καρδιά,
τι ίλιγγο αγάπης.

ΣΤΑΖΕΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ
Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει.
Σπάνε στο μέτωπό σου οι στάλες και σημαίνουν
το εγερτήριο των λυγμών.
Και να! φουσκώνουνε τα βλέφαρά σου
-φλόκοι του ονείρου που χτυπούν
στον άνεμο της λύπης – Ξεχείλισαν
τα μάτια σου – και πού είναι; -
πλημμύρισε το πρόσωπό σου – και πού είναι
τα μάτια σου, πού είναι το πρόσωπό σου;

Μια λίμνη, που βογγάει, το πρόσωπό σου, και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μα εκεί μέσα θα χυθώ,
στα βάθη της μια πολιτεία φωνάζει τ’ όνομά σου,
πηδάνε τα γαλάζια φώτα της, χορεύουν
στα σταυροδρόμια οι ελπίδες των μαλλιών  σου.
Εκεί σε καρτερεί ένα σπίτι από ελαφρόπετρα,
χτυπούν την πόρτα – μπαίνεις,
στο μέτωπό σου λάμπει
το χαμόγελο της βροχής,
μυρίζουν τα βρεμένα ρούχα σου νύχτα κι αγάπη…

Μια λίμνη, που βογγάει, το πρόσωπό σου.
Πόσες φορές δεν πέρασα συρματοπλέγματα κι αγκάθια
για να ’ρθω αυτού να δω για λίγο
πόσο γλυκά χτυπά η καρδιά μου μες στα μάτια σου,
για να ’βρω το νερόκρινο το στόμα σου,
επάνω σου σκυμμένος να γυρεύω
τους παιδικούς σεισμούς σου να τρυγήσω…

Μια λίμνη, που βογγάει, το πρόσωπό σου και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μια λίμνη φιλώ, μια θάλασσα αγκαλιάζω,
αιώνες θα μπορούσα αυτού να ναυαγώ
μα αυτός ο ωκεανός του πόνου μου γλιστρά απ’ τα χέρια,
υψώνει το λαιμό του ο τυφώνας και ψηλά
το πρόσωπο της θύελλας αστράφτει!

Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζουν και χτυπούν
στο μέτωπο οι σταγόνες και χτυπούν
μια λίμνη που φιλώ, μια θάλασσα που αγκαλιάζω.
-Πού είσαι; πού είμαι; πού είναι το σπίτι μας;

-Δεν έχουμε σπίτι εμείς,
ποτέ δεν είχαμε σπίτι, ποτέ μια νύχτα αδιάβροχη στον πόνο.
Να ’σαι σίγουρη μονάχα
γι’ αυτό που μπορούν να σκεπάσουν τα μάτια μου
κι αγάπα αχόρταγα
τα μάτια, το στόμα μου και την τιμή μου.

Τι γίνεται όταν ο ποιητής «αυτό που γυρεύει είναι όχι η μετουσίωση, αλλά ακριβώς το άγγιγμα του αμετουσίωτου, του ατόφιου, του μη επιδεχόμενου μορφοποίηση»; Και ποιά θα είναι η ποίηση του ποιητή που υπερασπίζεται αυτό ακριβώς που δεν μπορεί να μορφοποιηθεί, αυτό που δεν μπορεί να εκφραστεί; Μοιραία θα οδηγηθεί σε μια καταλυτική αντίφαση και σε μια ιδιαίτερη ποίηση τόσο γόνιμη όσο και το πάθος της υπεράσπισής της. Ο Βύρων Λεοντάρης έχοντας συνείδηση αυτού του πάθους, έγραψε για τον Καρυωτάκη: «Οριακός ποιητής με ποιήματα αμετάκλητα – δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας» καθώς δεν περπατούσε «στο χείλος του γκρεμού» γράφοντας, αλλά είχε «αντικρύσει κατά μέτωπο τον γκρεμό», εκεί όπου «η ποίηση φτάνει στην οριακή της στιγμή». Αυτήν την οδό ακολούθησε και ο ίδιος, γράφοντας ποιήματα σαν «δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας», γνωρίζοντας συγχρόνως πως ο βαθύτερος πυρήνας της λειτουργίας αυτής είναι και θα παραμείνει άβατο.


Δεν υπάρχουν σχόλια: