Τρίτη, 26 Ιουνίου 2018

ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΛΛΟ ΝΑ ΔΕΙΣ ΕΔΩ


Μόνο άσφαλτο και σκόνη στις γωνιές των δρόμων εκεί που βόλους παίζουν τα παιδιά δίπλα σ’ ένα σταματημένο ταξί.
Κι ολούθε άνθρωποι – ζεστά τα βήματα μας σμίγουν καθώς την ίδια πατάμε πλάκα.
Πόρτες που ανοίγουνε και κλείνουνε.
Ξημέρωμα. Χιλιάδες πρόσωπα στο βάθος τα μικρά τετράγωνα παράθυρα πολλοί, οι γραφομηχανές, τ’ αργαλειά πλήκτρα, ιδρώτας ο επιστάτης ιδρώτας όλοι
Όταν νυχτώνει βγαίνουν οι γειτόνισσες έξω. Παλιές καρέκλες της κουζίνας ψάθα πέτρινη, πράσινη κίτρινη ξεφτισμένη.
«Άκου να δεις Μαρία, δε γίνεται»
Το πράγμα είναι απλό όσο κι αυτός ο ξεφλουδισμένος τοίχος.
Σκονίστηκαν οι πλάκες απ’ ασβέστες λερώθηκαν τα χέρια από σβησμένες κόκκινες μπογιές κάτω απ’ τις αφίσες και τους λεκέδες που άφησε η κόλλα…
«Κουράστηκες;»
Αδιόρατη ανάσα της πλατείας, τα παιδιά θα παίζουν πάντα.
Απ’ τα ανοιχτά παράθυρα ραδιόφωνα μια λακκούβα δάκρυα ένας σωρός σκουπίδια στη γωνιά.
«Αύριο δεν μπορώ. Μεθαύριο όταν σκολάσεις»
(επιλογές στίχων  από τη συλλογή του Τίτου Πατρίκιου LARGO, Αθήνα 1951]



«ΑΥΡΙΟ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ. ΜΕΘΑΥΡΙΟ ΟΤΑΝ ΣΚΟΛΑΣΕΙΣ» (επιλογές από τη συλλογή του Τίτου Πατρίκιου Largo 1951):

-II-
Τραντάζονται τα τζάμια απ’ τα ηλεκτρικά τρυπάνια
αυτοκίνητα , σκαμμένη άσφαλτος
περαστικοί που χάνονται
κάποιος που κρατάει ένα πακέτο
τριγύρω του άλλοι τρεις
πιο πέρα δυο γυναίκες
η είσοδος ενός φτηνού φωτογραφείου
τεράστιοι τίτλοι για τη νίκη στο ποδόσφαιρο.
Περπατάμε όλοι για κάπου
κόσμος
εμείς.

Αμερικάνικα είδη, ουρά για γραμματόσημα
ουρά μπροστά στην πολυκλινική
ψηλά στις σκαλωσιές σφυροκοπάμε οι οικοδόμοι
αθόρυβες μανταρίστριες καλτσών
μηχανουργεία, βαρέλια με πετρέλαιο
σιγαλό γρατσούνισμα της πένας.
«Δυο γκαζόζες»
Αραδιασμένα τα παπούτσια, γραμμή, φρεσκοβαμμένα
τηλέφωνα άνω των δύο λεπτών λογίζονται εις διπλούν.

«Φεύγω την Πέμπτη
ένα ταξίδι στην Ευρώπη
δεν κοστίζει πια ακριβά.
Φοιτητικά εισιτήρια… φεστιβάλ…»
Στη στάση του τραμ κόσμος.
Σμίγουν τα βήματα
στην ίδια ζεστή πλάκα
το ίδιο βρώμικο ρείθρο.

-IIΙ-
Ο κάθε δρόμος δικός μας
κι ως την άκρη αραδιασμένα σπίτια.
Ένα τραπέζι, λίγες καρέκλες, ένα καναπές
μια φρουτιέρα με τα γράμματα μέσα.
«Καλησπέρα»
Ένας αναστεναγμός 7-8
ύστερα τα δέκατα πέφτουν.
Χέρια κουρασμένα από τη δουλειά
σπασμένο το βάψιμο των νυχιών
κοκκινάδι μισοσβησμένο.
«Η βραδινή τελειώνει δωδεκάμισι».
Πιο πέρα πέτρες, υλικά κατεδαφίσεων
ένας νυσταγμένος μανάβης
ασετυλίνη.

Ήρθε κι ο Νίκος με το τζιπ
στο ζαχαροπλαστείο της  λεωφόρου.
Η παρέα φόρεσε τα καινούργια της κουστούμια.
«Σκέψου, το παιδί θέλει εξοχή».
Έπειτα έκλεισαν
το μπακάλικο, το γαλατάδικο,
το μαγέρικο.
Μια ματιά στις φωτογραφίες
του γωνιακού κινηματογράφου
κι ύστερα τι θα φάμε αύριο
πότε περνάει ο δοσατζής
το τελευταίο τσιγάρο στο πακέτο.

Μα ζύγισε η νύχτα
σβήσανε τα φεγγάρια κι οι φωτεινές επιγραφές
Στοιβαγμένα τσίγκινα τραπέζια
κλεισμένα τάβλια.
Καφενείον.
Άδειοι δρόμοι
άδεια λεωφορεία σ’ ατέλειωτη σειρά.
Μας ζύγωσε η νύχτα.
Στη θέση του οδηγού
ένα ξεχασμένο σακάκι.
Ησυχία.
Και με τ’ αντίστροφο σκουπίζοντας το μέτωπο
ιδρώς, ρυτίδες, κούραση.
Κι ένα μεγάλο αστέρι κόκκινο –
μαχαίρι η οργή σφιχτά μες την παλάμη.

-IV-
Δεν σταματάνε ποτέ οι μηχανές
οι βάρδιες εναλλάσσονται ολοένα
τα πλοία στο λιμάνι πάνε κι έρχονται
σωροί το κάρβουνο.
Σαν πάρει να δροσίσει
πάλι οι γριές κάθονται μπροστά στις πόρτες.
Κοιμήθηκε το εγγονάκι
πλύθηκαν τα πιάτα
έτοιμο και το δέμα για το Γιώργη.

Απόκαμαν οι δρόμοι από τα ασταμάτητα βήματα.
Μια γερασμένη πρωινή εφημερίδα
ανασηκώνεται από το αγέρι.
«Κρυώνεις;»
Κάτω απ’ τις σιδερένιες γέφυρες
ξεψυχάνε τ’ αργοπορημένα τρένα.
Κανόνια και σφαίρες.
Ο εχθρός απειλεί το έθνος.
Και το νοίκι;
Χρωστάμε το νοίκι και το ηλεκτρικό.

Ανάμεσα στις βαθουλωμένες πλάκες
ένα ρυάκι μπουγαδόνερα.
Δεν έχει πια παρόδους να στρίψεις, να γλιτώσεις
παντού σκοτάδι καραδοκεί να βυθιστείς.
Έτσι μοιράστηκε η τελευταία προκήρυξη.
Μπλεγμένα κορμιά είμαστε
κι όλοι κρατάμε ένα μαχαίρι την οργή μας
κι όλοι χαράξαμε στο μπράτσο
το αστέρι αυτό το κόκκινο.

-V-
Κέντρα διασκεδάσεως
μεγάφωνα, ορχήστρες
κοιτάνε οι φαντάροι από μακριά.
Βόλτα της Κυριακής.
Ένας τους έχει βαθιά μέσα στην τσέπη
μαζί με τις αναμνηστικές φωτογραφίες
στίχους του Μαγιακόφσκι.
Πηγαινοέρχονται οι κοπέλες
πιασμένες μπράτσο-μπράτσο.
Σιωπηλός ο στραγαλατζής
η ζυγαριά καλογυαλισμένη.
Σιωπηλά τα δένδρα του πάρκου
δίχως τη σκεφτική συντροφιά
δύο τέως ερωτευμένων.
Απέναντι χορεύουν.

«Έλα, μες στο στενό κανείς δε θα μας δει»
Πράσινη κίτρινη ξεφτισμένη ψάθα
πράσινα κίτρινα κόκκινα φώτα
απέναντι χορεύουν.
«Οκτώ χιλιάδες μεροκάματο».
Μισοτελειωμένη πολυκατοικία
σκελετός από μπετό κι ατσάλι
μυρωδιά φρέσκια του γιαπιού.
Πράσινα κίτρινα κόκκινα φώτα.

Έξω απ’ τα νοσοκομεία
σειρά τ’ ασθενοφόρα
Έξω απ’ τις φυλακές
σειρά οι κλούβες.
Έξω απ’ τους στρατώνες
σειρά τα καμιόνια.
Τα νερά περάσανε την ίσαλο γραμμή
της καρδιάς μας.


-VΙ-
Σύννεφο καλό μου σύννεφο
σύννεφο θαμπό του βραδινού ουρανού
έλα κάτω να μιλήσουμε σα φίλοι
μαζί να διασχίσουμε την πόλη.
Δε θα χάσουμε το δρόμο.
Θα μας οδηγούν οι φωνές
από μια παλιά διαδήλωση
η μνήμη των σκοτωμένων μας συντρόφων
η ανάσα των εργαζομένων.

Είναι με το μέρος μας
οι έρημες αντλίες της μπενζίνας
τα μοτέρ που ασίγαστα δουλεύουν
τα δίχως αστυφύλακες της τροχαίας
σταυροδρόμια.
Είναι δικές μας οι κλειστές πόρτες των σπιτιών
οι φρεσκοποτισμένες γλάστρες
δικό μας και το νερό που στάζει από τα μπαλκόνια.
Ακούς τα πέταλα στην άσφαλτο;
Ίσως αυτή η βιαστική σούστα
να μεταφέρει κάποιο μήνυμα.
Και δίπλα μας οι άνθρωποι
που όλο ματώνουνε
κι όλο για νέο πάλεμα κινούν.

Καλό μου σύννεφο
φέρε μια φούχτα ύπνο
να τη σκορπίσεις καθώς θα σεργιανάμε
σ’ όλους που άγρυπνοι μένουν απ’ τις έγνοιες
σ’ όλους που βγάζουν τα παπούτσια μ’ άλυτα κορδόνια
κόκκινα και σφιγμένα πόδια, ορθοστασία,
σ’ όλους που πέφτουν στο κρεβάτι με νεκρές τις κλειδώσεις
με μηχανόλαδα στα νύχια
με χέρια λερωμένα από μπογιές κι από μελάνι.
Μια φούχτα ύπνο
στα νοτισμένα σεντόνια στα υγρά κορμιά

για όλους.


-VΙΙ-
Γέμισαν σκόνη τα παπούτσια μου
βακέτα και λάστιχο αυτοκινήτου.
Απόκαμα.
«Πρόσεχε μη μας δούνε
το φαρμακείο δίπλα διανυχτερεύει».
Ανεβαίνουμε μαζί στη ζεστή κάμαρα
δυο φέτες ψωμί
αυγό στο σαγανάκι
και χθεσινά μακαρόνια.
Ψίχουλα στο πάτωμα
μια μπατανία στο ταρατσάκι.

«Τότε κι εγώ
τη μαγκώνω και τη φιλάω».
Ένα τσαμπί σταφύλι
στο πήλινο πιάτο
σφουγγαρισμένο πλακόστρωτο.
«Τότε μου δίνει το μπιστόλι…»
Σιγά.
«Λοιπόν, άυριο…»
Σιγά,

Δροσερό
σφουγγαρισμένο πλακόστρωτο
ασβεστωμένοι τοίχοι.
Κι αύριο ξέρω τι θα κάνεις.
Δωσ’ μου το χέρι σου
με το δικό μου να το σφίξω.
Κοιμάσαι;
Ανεβοκατεβαίνει το στήθος
ν’ ακουμπήσω το μάγουλο στις πλάκες
τ’ αυτί μου στην καρδιά σου.
Χτυπάει.
Τώρα θα σου πω ένα μυστικό:
έτσι χτυπάει και η δικιά μου.

-VΙΙΙ-
Περπατάμε
χιλιάδες μαζί
βγαίνουμε απ’ τα εργοστάσια και τα γραφεία
τα μαγαζιά
βγαίνουμε απ’ τους κινηματογράφους
τα γήπεδα του ποδοσφαίρου
τις συναυλίες
τα σχολεία, τους στρατώνες.
Περπατάμε.
Πολλοί μαζί
μπουλούκια, παρέες κουβεντιάζουμε.

Ανάμεσα στο πλήθος
ξεχωρίζουμε οι φίλοι κι οι εχθροί
ξεχωρίζω τους συντρόφους μου κι εκείνοι εμένα.
Προχωρώ με τους φίλους μου
νιώθω τυλιγμένος ανθρώπινα κορμιά
νιώθω το κορμί μου να τυλίγει ανθρώπους
φωνές μπλέκονται στα μαλλιά μου
οι ανάσες ζεσταίνουν το βλέμμα μου.

Ανεβαίνω δυο σκαλιά να δω.
Όσο φτάνει η ματιά μου άνθρωποι.
«Στάσου, εσύ κι εγώ είμαστε φίλοι
κι εσύ, κι εσύ.
Πάμε».
Χτυπάνε στα παγούρια οι ξιφολόγχες
το χαλάζι στα πρόσωπα
λίγες ελιές στο γυλιό.

«Οι βραδυπορούντες να επιταχύνουν»

-ΙΧ-
Πολυθρόνες, παγωτά
αξιοπρεπή γκαρσόνια
«Αρραβωνιάστηκαν σου λέω».
Τεζαριστά φουστάνια, χαμηλά φώτα
η τραγουδίστρια της μόδας.
«Πρώτα σε δικηγορικό γραφείο για την άδεια
κι έπειτα στο εξωτερικό για σπουδές».
«Εγώ σε πέντε χρόνια παίρνω  προαγωγή
κι σ’ άλλα πέντε άλλη».

Τεζαριστά φουστάνια μνηστείες
προβιβασμοί
έπειτα σπίτι δίχως ενοικιοστάσιο
το βράδυ συζητήσεις για τον Έλιοτ και το σοσιαλισμό
και σε πέντε χρόνια…
Σε πέντε χρόνια;
Απόψε είχαν μια είδηση τα φύλλα:
Η απεργία ουδέν σημείον κάμψεως
παρουσιάζει…

Δυο δίχτυα ψώνια
ασήκωτα στα χέρια σου
γυναίκα εσύ του μόχθου
μάνα ή αγαπητικιά.
Κουρασμένο το κεφάλι
ακουμπάει στο σίδερο του τραμ
κουρασμένο και το χέρι του εισπράκτορα.
Σιδερένιο κουτί όλο ανθρώπινες ιστορίες
που ταξιδεύουμε όλοι μαζί.

-Χ-
Ταξιδεύουμε όλοι μαζί.
Καράβι κατασκευής 1909.
Πάνω ο ουρανός ο ίδιος
κι ίδια τα κύματα με τις φωνές
να μας τυλίγουν.
Καίνε οι λαμαρίνες
σκουριασμένες από την αρμύρα
της θάλασσας και των δακρύων.

Ταξιδεύουμε όλοι
κλεισμένοι στο αμπάρι.
Απ’ την ανεμοδόχη μπαίνει λίγος αέρας
και μερικά αστέρια.
Τα ίδια που φαίνονται απ’ το ραγισμένο τζάμι
του Μιχάλη Άλμπα, μεταλλωρύχου της Αστουρίας,
από μια τρυπημένη σκηνή του Άη-Στράτη.

Κλεισμένοι στο αμπάρι ταξιδεύουμε.
Κι αν είναι καυτές οι λαμαρίνες
κι αν η ανεμοδόχη είναι στενή
εμείς κοιτάμε το ίδιο κόκκινο αστέρι
τα ίδια θαλασσινά τραγούδια ακούμε.
Κι οι φούρνοι πύρωσαν.
Άγονη γραμμή
καράβι κατασκευής Γλασκώβης 1909.

Οι φούρνοι πύρωσαν.

[«Απλωθήκαμε σαν πολυθρόνες καφενείων. Κανείς δεν έρχεται να κάτσει»: λέξεις γυμνές από ποιητικές συλλογές του Τίτου Πατρίκιου, που δείχνουν τα κόκαλά τους σε μιαν αλλιώτικη διάταξη, ανατομία καθημερινών πραγμάτων το πολύ για μια ΛΥΤΡΩΣΗ ΑΤΟΜΙΚΗ… «Γι αυτό κι εγώ δεν γράφω πια για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια, όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια! Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω, να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή – όσο μπορώ κι όσο κρατήσω» ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Μαθητεία 1963]


Δεν υπάρχουν σχόλια: