Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

ΟΤΑΝ ΔΙΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΙΣΜΟΥ ΣΟΥ ΤΑ ΟΡΑΜΑΤΑ:


Προσπάθησε να τα φυλάξεις, ποιητή όσο κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται.
Του ερωτισμού σου τα οράματα:  βάλ’ τα μισοκρυμμένα μες τις φράσεις σου.
Προσπάθησε να τα κρατήσεις, ποιητή, όταν διεγείρονται μες στο μυαλό σου την νύχτα, ή μες στην λάμψι του μεσημεριού
Εκείνα που δειλά φαντάσθη μαθητής, είναι ανοιχτά φανερωμένα εμπρός του.
Και γυρνά και ξενυχτά, και παρασύρεται.
Κι ως είναι (για την τέχνη μας) σωστό, το αίμα του, καινούριο και ζεστό, η ηδονή το χαίρεται.
Το σώμα του νικά έκνομη ερωτική μέθη· και τα νεανικάμέλη ενδίδουνε σ’ αυτήν.Κι έτσι ένα παιδί απλό γίνεται άξιο να το δούμε κι απ’ τον Υψηλότης Ποιήσεως Κόσμο μια στιγμή περνά κι αυτό -
το αισθητικό παιδί με το αίμα το καινούριο και ζεστό!..[ΟΤΑΝ ΔΙΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ και ΠΕΡΑΣΜΑ, δύο από τα Ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη, εκδόσεις Ηριδανός] 


ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΑΛΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΝΔΥΜΙΩΝΟΣ
Επί άρματος λευκού που τέσσαρες ημίονοι
πάλλευκοι σύρουν, με κοσμήματα’ αρμυρά,
φθάνω εκ Μιλήτου εις τον Λάτμον. Ιερά
τελών – θυσίας και σπονδάς –τω Ενδμίωνι,
από την Αλεξάνδρειαν έπλευσα εν τριήρει πορφυρά. -

ΓΚΡΙΖΑ
Κοιτάζοντας ένα οπάλλιο μισό γκρίζο
θυμήθηκα δυο ωραία γκρίζα μάτια
που είδα· θα ’ναι είκοσι χρόνια πριν…

Για έναν μήνα αγαπηθήκαμε.
Έπειτα έφυγε, θαρρώ στην Σμύρνη,
για να εργασθεί εκεί, και πια δεν ιδωθήκαμε.

Θ’ ασχήμισαν –αν ζει – τα γκρίζα μάτια·
θα χάλασε τ’ ωραίο πρόσωπο.

Μνήμη μου, φύλαξέ τα συ ως ήσαν.
Και, μνήμη, ό,τι μπορείς από τον έρωτά μου αυτόν,
ό,τι  μπορείς φέρε με πίσω απόψι.

ΕΝ ΠΟΛΕΙ ΤΗΣ ΟΣΡΟΗΝΗΣ
Απ’ της ταβέρνας τον καυγά μας φέραν πληγωμένο
τον φίλον Ρέμωνα χθες περί τα μεσάνυχτα.
Απ’ τα παράθυρα που αφίσαμεν ολάνοιχτα,
τ’ ωραίο του σώμα στο κρεβάτι φώτιζε η σελήνη.
Είμεθα ένα κράμα εδώ: Σύροι, Γραικοί, Αρμένιοι, Μήδοι.
Τέτοιος κι ο Ρέμων είναι. Όμως χθες σαν φώτιζε
το ερωτικό του πρόσωπο η σελήνη,
ο νους μου πήγε στον πλατωνικό Χαρμίδη.

ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ ΤΩΝ
Όταν κανένας των περνούσεν απ’ της Σελευκείας
την αγορά, περί την ώρα που βραδιάζει,
σαν υψηλός και τέλειος έφηβος,
με την χαρά της αφθαρσίας μες στα μάτια,
με τ’ αρωματισμένα μαύρα του μαλλιά,
οι διαβάται τον εκύτταζαν
κι ο ένας τον άλλονα ρωτούσε αν τον γνώριζε,
κι αν ήταν Έλλην της Συρίας ή ξένος. Αλλά μερικοί
που με περισσοτέρα προσοχή παρατηρούσαν
εκαταλάμβαναν και παραμέριζαν·
κι ενώ εχάνετο κάτω απ’ τις στοές,
μες στις σκιές και μες στα φώτα της βραδιάς,
πιαίνοντας προς την συνοικία που την νύχτα
μονάχα ζει, με όργια και κραιπάλη,
και κάθε είδους μέθη και λαγνεία,
ερέμβαζαν ποιος τάχα ήταν εξ Αυτών,
και για ποιαν ύποπτην απόλαυσί του
στης Σελευκείας τους δρόμους εκατέβηκεν
απ’ τα Προσκυνητά, Πάνσεπτα Δώματα.

ΙΑΣΗ ΤΑΦΟΣ
Κείμαι ο Ίασης ενταύθα. Της μεγάλης ταύτης πόλεως
ο έφηβος ο φημισμένος για εμορφιά.
Μ’ εθαύμασαν βαθείς σοφοί· κι επίσης ο επιπόλαιος,
ο απλούς λαός. Και χαιρόμουν ίσα και για

τα δυο. Μα απ’ το πολύ να μ’ έχει ο κόσμος Νάρκισσο κι Ερμή,
η καταχρήσεις μ’ έφθειραν, μ’ εσκοτωσαν. Διαβάτη
αν είσαι Αλεξανδρεύς, δεν θα επικρίνεις. Ξέρεις την ορμή
του βίου μας· τι θέρμην έχει· τι ηδονή υπερτάτη.

[επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, έτσι που, όταν ώρα μεσάνυχτα ακουστεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες και φωνές, την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες μη ανοφέλητα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις]


Δεν υπάρχουν σχόλια: