Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

ΕΝΑ ΣΤΟΜΑ ΠΟΥ ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΒΡΙΣΚΕΙ ΤΗΝ ΠΛΗΓΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


Νυχτερινά σώματα καθώς ανάβουν και σβήνουν οι δρόμοι
τα μάτια σβήνουν κι αυτά ενώ τα σύννεφα ανακατεύονται και κατεβαίνουν
κλειστά καφενεία
δυο άνθρωποι μαζί πιο κάτω τρεις άνθρωποι μαζί
και πιο κάτω τέσσερες άνθρωποι
ένα πρόσωπο ξεχασμένο έν’ άλλο χθες απαντημένο
άτονο απελπισμένο δεν το θέλω
ένα στόμα που ξέρει να βρίσκει την πληγή της ψυχής
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΡΟΜΟΣ
πρέπει να κάψουμε τα χέρια μας τη νύχτα αυτή των φαντασμάτων και της μαύρης πίκρας

Μια μέρα θα ξυπνήσω άστρο όπως το ’λεγες
Θα πλύνω από τα χέρια μου το αίμα
και θα πετάξω τα καρφιά από το στήθος μου
δε θα φοβάμαι πια τον κεραυνό
δε θα φοβάμαι το σφαγμένο πετεινό
μια μέρα θα ξυπνήσω άστρο όπως το ’λεγες
τότε θα είσαι ένα πουλί, ίσως να είσαι ένα παγώνι
εγώ θα έχω αθωωθεί…
[ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΛΕΙΣΤΑ και Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952 και με ΚΛΙΚ στη φωτογραφία του ποιητή κι άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή]



ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ (από την ποιητική συλλογή ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952)
Στο ταβάνι σχήματα τριαντάφυλλα και σχήματα αράχνη
τα φώτα κίτρινα θαμπά σκοτεινά
μεγάλα ψάρια στους πράσινους βαθιούς τοίχους καρφωμένα
αίμα
τρύπιες κουβέρτες και σπασμένα τζάμια
η βροχή
και ξάφνου μέσα στα χέρια μου τα μαλλιά της
το σώμα της και το ανοιχτό στόμα της
μακριά βαθιά πάνω στο βουνό

Το μυαλό μου κουρασμένο
κι ο αγέρας διάφανος σαν κρύσταλλο
ρολόγια πέφτουν ολοένα και
σπάζουν πάνω στο πλακόστρωτο
σήμερα ο αγέρας δυνάμωσε ακόμη
απ’ το παράθυρο βγήκε ένα χέρι
μεσ’ στον καθρέφτη φάνηκε ένα άλλο χέρι
έδερναν τα μεσάνυχτα
μακριά ακουγόταν ένα βογκητό

Όλα όσα βλέπω
τα παράξενα σπίτια μου θυμίζουν εσένα
η νύχτα μου θυμίζει εσένα
ένα μικρό παιδί που κλαίει μου θυμίζει εσένα
κι ο τάφος μου θυμίζει εσένα
όλες οι φωτογραφίες όλα τα χρώματα
όλα μου θυμίζουν εσένα
κι όλα τ’ αγαπώ για σένα.

ΟΙ ΚΑΒΑΛΑΡΗΔΕΣ (από την ίδια ποιητική συλλογή)
Δεν τους γνωρίζω
κι έχει σκοτεινιάσει
ο ένας τον άλλο πλησιάζει
πουλάνε μεταξύ τους
λάμπες για να φέξει
γιατί είναι βράδυ

Άλλοι ανάβουν σπίρτα
σπίρτα λυπημένοι
κοντά σε ψάρια
κάτι μετράνε
ενώ οι γυναίκες
η καθεμιά
σε κάθε σπίρτο
πέφτει ουρλιάζει
σφαδάζει
στο πεζοδρόμιο

Κι είναι ένας πόνος
είναι ένας βόγγος
περνάει μια μέρα
περνάνε δυο
περνάνε τρεις
μένουν οι ίδιοι
πάνω στ’ αλόγατα
μαρμαρωμένοι

Δίχως ανάσταση

ΑΠΟΣΤΟΛΗ (στο Νίκο Γκάτσο)
Κανείς δεν θάβει εδώ
τριαντάφυλλα
τουφέκια ρημαγμένα
δίχως φτερά
γυρίζουν τις κάνες τους
απάνω μας
το βράδυ
όταν σημαίνει προσκλητήριο
μαζεύονται
οι σημαίες
κι αυτά τα άλλα πουλιά
με τ’ ανθρώπινα στόματα
που είναι σαν καρδιές
και με το αίμα
και μας κοιτάζουν

Η ιστορία αυτή
γίνεται σε μια λίμνη
εδώ και δέκα χρόνια
απαράλλαχτη
κάθε νύχτα
χειμώνα
καλοκαίρι

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ (από την ποιητική συλλογή ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952)
Τηλεφωνάμε
για ένα νεκρό
πού να τον βρούμε;
-Το όνομά του;
μας απαντάνε
-Δεν έχει όνομα
είναι νεκρός
ψάχνουμε
τα συρτάρια
-Τον έχουν κρύψει
-Τον έχουν διώξει
-Τον έχουν σώσει
δεν τόνε βρίσκουμε
είναι νεκρός
μας λένε τρέξετε
μεσ’ στη βροχή
να τόνε βρείτε
τρέχουμε
και δεν τον βρίσκουμε
τηλεφωνάω
μου λένε –Έφυγε
θα είναι ψέματα
εγώ ΤΗ βλέπω
με το μεγάλο μάτι μου
το πορφυρό
Να πάμε αλλού
να τριγυρίσουμε
και να ρωτήσουμε
-Δεν τήνε ξέρουν
-Δεν ξέρουν τ’ όνομά του
-Τον ξέχασαν
Τηλεφωνάω
μου λένε: Όχι
-Δεν ξέρουν ποιος είμαι
-Δεν ξέρουν τ’ όνομά μου
Μ’ έχουν ξεχάσει

Είμαι νεκρός

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ (από την ίδια ποιητική συλλογή)
Κοιμισμένο πηγάδι
σιγανό
και σπασμένο βιβλίο
το χέρι μου άγγιξε ψηλά την κάλτσα σου
κοντά στο όνειρό σου
η γλώσσα μου σκεφτότανε τα δόντια σου
το χέρι μου αγαπούσε το θάνατο
το άλλο μου χέρι ήταν από κερί
και έλιωνε
τα μάτια σου ήταν από κερί
και έλιωναν
και έξω ήταν νύχτα
και έβρεχε
κοιμισμένο πηγάδι
σιγανό
και σπασμένο βιβλίο

ΑΙΧΜΗ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
Κακή μητέρα
με τα καρφιτσωμένα μάτια
μ’ ένα μεγάλο καρφωμένο στόμα
με τα εφτά σου δάχτυλα
πιάνεις το βρέφος σου και το χαϊδεύεις
ύστερα απλώνεις τ’ άστρα χέρια σου μπροστά
κι ο ουρανός τα καίει με τη χρυσή βροχή του

Η ΑΠΟΚΡΙΑ (από την ποιητική συλλογή ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952)
Μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μεσ’ στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανέπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανεβαίναν ολοένα στον ουρανό
κατεβαίναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν-δυο
εν-δυο με παγωμένα δόντια

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο

Μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό…όπου ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ψιθυρίζουν: τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι ποιητής!]


Δεν υπάρχουν σχόλια: