Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

ΤΡΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Α, Β, Γ, ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΜΕ ΑΣΒΕΣΤΗ ΣΤΗ ΡΑΧΟΚΟΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ


(όταν ερχόμαστε με το καράβι στριμωγμένοι ανάμεσα στους μπόγους και στις υποψίες μας, τα διαβάσαμε πάου απ’ το κατάστρωμα κάτου απ’ τις βρισιές του χωροφύλακα, τα διαβάσαμε εκείνο το ήσυχο πρωινό του Ιουλίου, κι η αρμύρα κι η μυρουδιά της ρίγανης και το θυμάρι δεν καταλάβαιναν καθόλου τι θα πουν αυτά τα τρία ασβεστωμένα γράμματα)
Α΄ Τάγμα
Β΄ Τάγμα
Γ΄ Τάγμα
ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ    [αποσπάσματα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου ΠΕΤΡΙΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ και με ΚΛΙΚ στη φωτογραφία του γλυπτού «ΔΕΣΜΩΤΗΣ ΜΑΚΡΟΝΗΣΙΩΤΗΣ, έργο του Γρηγόρη Ριζόπουλου,  κι άλλα αποσπάσματα από την ίδια συλλογή που γράφτηκε στη Μακρόνησο τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο του 1949]




ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΗΤΑΝ ΓΑΛΑΖΙΑ ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΟΤΕ, ΠΟΛΥ ΓΑΛΑΖΙΑ, ΜΟΝΟ ΓΑΛΑΖΙΑ
Α΄ -
Α, ναι, μιλούσαμε κάποτε για μια ποίηση αιγαιοπελαγίτικη,
Β΄ -
για το γυμνό στήθος της υγείας κεντημένο με μιαν άγκυρα και μια γοργόνα
Γ΄-
για το θαλάσσιο φως που πλέκει τα κουρτινάκια των γλάρων

Α. Β. Γ.
300 σκοτωμένοι

Μιλούσαμε, ναι, για μια ποίηση αιγαιοπελαγίτικη –
ο κάβουρας που ρεμβάζει στο νοτισμένο βράχο,
άντικρυ στη μαλαματένια δύση,
καθώς ένα μικρό μπρούτζινο άγαλμα του Ωκεανού.

Α. Β. Γ.
600 τρελοί

(Οι γυάλινες γαρίδες κυνηγώντας στα ρηχά τον ίσκιο του πρωινού άστρου,
το χρυσό και γαλανό καλοκαίρι πετροβολώντας με κουκουνάρια το μεσημεριάτικο ύπνο των κοριτσιών,
τα παλιά πεύκα ξύνοντας τη ράχη τους στην ασβεστωμένη μάντρα).

Α. Β. Γ.
900 κουτσοί
Ζήτω ο βασιλεύς Παύλος.

(Κι η Παναγιά του πόντου φλωροκαπνισμένη απ’ το σούρουπο
να σεργιανάει ξυπόλητη στην αμμουδιά
συγυρίζοντας τα σπίτια των μικρών ψαριών
καρφώνοντας μ’ ένα θαλασσινό σταυρό τη φεγγαρίσια της πλεξούδα)

Α. Β. Γ.

Α. Β. Γ.
(μιλούσαμε για μια ποίηση αιγαιοπελαγίτικη, ναι, ναι)

ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ –
ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ – ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ

Κι η θάλασσα είναι ακόμη γαλάζια όπως πάντοτε
κι ο Αμερικάνικος στόλος ταξιδεύει στο Αιγαίο
ήσυχος, ήσυχος, ήσυχος
και τ’ άστρα ανάβουν κάθε βράδυ μικρές φωτιές
να ψήσουν οι Άγγελοι την ψαρόσουπα της Παναγίας.

Α. Β. Γ.

Α. Β. Γ.
Κι από κάτου απ’ τ’ αστέρια περνάνε
καραβιές-καραβιές οι εκτοπισμένοι
και τσουβάλια με κομμένα ποδάρια
και τσουβάλια με κομμένα χέρια
και τσουβάλια με νεκρούς
ξεβράζουν οι φουρτούνες στις αχτές του Λαυρίου.

(Αιγαιοπελαγίτικο τοπίο
χρυσό και γαλάζιο)

Α. Β. Γ.

Σε τούτα τα βράχια τουφεκίστηκαν οι 300 του Α΄ Τάγματος,
τούτα τα φύκια είναι μια τούφα μαλλιά ξεκολλημένα μαζί με το δέρμα
απ’ το καύκαλο ενός συντρόφου που αρνήθηκε να υπογράψει δήλωση.

Α. Β. Γ.

Τα συρματοπλέγματα.
Οι νεκροί
Οι τρελοί

Α. Β. Γ.

(Γαλάζια θάλασσα – πολύ γαλάζια,
Χρυσό αιγαιοπελαγίτικο τοπίο.
Οι γλάροι)

Α. Β. Γ.

Μαύρη, κατάμαυρη θάλασσα.
Μαύρο, κατάμαυρο τοπίο.
Τα συρματοπλέγματα.

Α. Β. Γ.

Μαύρο, κατάμαυρο τοπίο με σφιγμένα δόντια,
κόκκινο, κατακόκκινο τοπίο με σφιγμένη γροθιά,
μαύρη και κόκκινη καρδιά πηγμένη στο αίμα της
κι ένα κόκκινος ήλιος πνιγμένος μες στο αίμα του

«Γιάννης Ρίτσος - ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας»:  Αυτό το αισιόδοξο μήνυμα έστελνε ο ποιητής μέσα απ' τον κατοχικό ζόφο, τον Αύγουστο του 1942, όταν η Αντίσταση ανδρωνόταν κι η υπόσχεση ενός κόσμου ωραίου που θα αναδυόταν απ' τα ερείπια έμοιαζε να παίρνει σάρκα. Από τότε, η βαρβαρότητα άλλαξε πολλά πρόσωπα. Τα νέα δεινά του τόπου έμελλε να τα νιώσει στο πετσί του, μάρτυρας (με τη διπλή σημασία) της μισαλλοδοξίας και της απανθρωπιάς στις αλλεπάλληλες εκτοπίσεις του. Του 'μελλε ακόμα, εκείνες τις σημαίες που ονειρευόταν, να τις δει να κουρελιάζονται μία μία. «Σκισμένες όλες οι σημαίες κατά μήκος όλου του χρόνου», έγραφε κιόλας μες στη δικτατορία, όταν ξεσπούσε η κρίση στις σοσιαλιστικές χώρες.  «Μεθαύριο», λοιπόν, αν κάποιος θα 'θελε να διαβάσει την ιστορία της εκατονταετίας, θα την εύρισκε ακέρια στην ποίηση του Ρίτσου: Στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό· στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία· στη μεταπλασμένη ποιητικά βιογραφία του, εγκατασπαρμένη σε ποικίλες συνθέσεις. Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωνε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά.


Δεν υπάρχουν σχόλια: