Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

ΖΟΥΜΕ ΘΑ ΠΕΙ ΑΛΗΤΕΥΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΑΜΕΤΡΗΤΟΥΣ ΙΜΕΡΟΥΣ (αλητεύουμε στα σώματα των απέραντων γυναικών)


Δώσε έναν κόσμο να απολαύσεις ένα βουνό δικαίωση
σαν κόκαλο αιωρούμενο σε σκύλο η αγάπη που δείχνει τα δόντια της.
Εγώ ξεκρέμασα τη ζωή μου από κάθε προοπτική, πέταξα τα μανταλάκια από το σύρμα
τελευταία νότα της αληθοσύνης: η αθωότητα ενυπάρχουσα στο άπειρο ο χρόνος απορρυθμίζει σχηματίζει μέσα του το αμάρτημα: τη φοβερή διαιρετότητα.
Ζούμε θα πει αλητεύουμε στους αμέτρητους ίμερους, αλητεύουμε στα σώματα των απέραντων γυναικών, αλητεύουμε στη μιλιά μας
 αλητεύουμε στην πείνα και στην ακάλεστη δίψα.
[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 και με ΚΛΙΚ στην εικόνα κι άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή]


ΣΩΣΙΒΙΟ (από τη συλλογή Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Λέω φως και προσφέρω σκοτάδι
τα Άλγεα φορτωμένα σε λεκτικά γαϊδουράκια
οι Λωτοί μουδιασμένοι και οι Υάκινθοι
μ’ αλύγιστους κραδασμούς απέχοντας από την κίνηση
καθώς υψώναμε βαθουλωμένα αινίγματα δίχως άρμη
κι αναδεύαμε παροιμίες όπως: πολλοί πεθαμένοι
κάθονται στου αρρώστου το κεφάλι
και με εκτρώματα χειρονομίες κοροϊδεύαμε
κάθε ιερατική συνέχεια κι έξαψη
θα ξαναφύγω απ’ το πορτάκι του χαμόγελου μισόγυμνος
τα σκιάχτρα δεν τα υπολήπτεται στ’ αμπέλια ο δραγάτης
πονώντας αλφαβητικά στο κύλισμα του γερο-χρόνου
δυσανάγνωστος που μοιράζει τα κελιά του στις ώρες
κάπως αλλιώτικος από μοναστήρι
χασομερώντας ανάμεσα σε κείνη τη λιπόθυμη αντηλιά του
με τρεμάμενες φωτοσκιάσεις
κι αχαμήλωτες καλαμιές μακρόσυρτες προς το ποτάμι
χωρίς αμερικάνους πεζοναύτες δίχως
τις άγριες πολεμικές γέφυρες που παντρεύονται δυναμίτη
κάκοσμος είναι ο δυόσμος πίσω από την νόηση
κι ο ουρανός επάνω διφορούμενος
η φύση τρέφεται από κυανοπώγωνες και σκληρότητα
σεισμικές γυναίκες στο έβδομο φιλί.
Κατορθώνουμε άπειρο -

ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΣΤΟ ΓΕΛΑΚΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Η ευπάθεια είναι ο κλώνος να πιαστούμε μισότρελοι
να σταλιάσουμε στο χειρότερο
Προσκέφαλο ευωδερό του καημού το κυμάτισμα όνειρος
κι αναστρέφω ίσκιους ηλιόλουστους
τα μοιρολόγια τα ’χω γράψει στα παλιά μου παπούτσια
ευτυχώντας ο έρημος από μέσα μου
σ’ αυτό το αφρισμένο μαστίγωμα τη βροχερή μου απόγνωση.

ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ή ΟΧΙ ΧΙΟΥΜΟΡ  (από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Ξανάρθαν στα λογικά τους οι αστροφένακες.
Ληθαίος αγέρας τ’ αγριοβότανα στη μισοπάρθενη ημέρα
σύρει σε χαμηλή απογείωση
Μέδοντες της Ανάγκης χαλκεώνες της νύχτας του Ησιόδου.
Έτοιμοι και εμείς να παίξουμε καμπύλες αστροτοξίας
απάνω στην οθόνη–λεχώ που χαίρεται
την Εικόνα-Βρέφος.
Πέρα στα μουσικά μας συμφέροντα ο απομόναχος
παραφράζοντας το Υπέρτερο
(η μετάφραση είν’ αδύνατη)
το αποδίδει σωστά στην πραγματικότητα ξεχνώντας
ολάκερη τη Λήθη
τραβώντας ωσάν κλωστές κουκλοθέατρου
τις γελαστές ανωφέρειες.
Δοκίμασε αντίθετο δοξάρι πέτα τώρα στα σκουπίδια
τα κυριακάτικά φτερά σου.

ΒΑΘΥΦΩΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οι αριθμοί μου δεν θα συμπληρώσουν ένα σύνολο
δάκρυα συνωστίζω στα καιόμενα μάτια μου
δεν έχω τώρα πια τίποτα άλλο απ’ την πραγματικότητα
ξεφεύγοντας όλες τις αθλιότητες της μαγείας
αισθάνομαι κωμικά τα συμβόλαια τους ανέραστους νόμους σας
όπου σαλιώνει με χαρτόσημα η νοησιαρχία.
Σε όλα ενάντιος – ιδού ο ένσαρκος νόστος που το ύψος του
το Θαβώρ υπερβαίνει ανησύχαστος.
Τύμπανα όρια χλευαστικά τα λοίσθια η θανατοπληξία πνέει
κυρίες μ’ ακριβά χειροκροτήματα από ίσως
κι ωστόσο παλαίοντας  εγώ ναν τις αποδιώξω
κείθε στα ρέματα της συντριβόμενης ασκητείας
κατρακυλώντας στα κατάμαυρα φαράγγια των Ουπανισάδων.
Επιτέλους βαρέθηκα τη στύση μου
δέχομαι να εκτίσω μακρόπνοη ματαιότητα.

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΚΟΠΟΙΟΣ
Βγαίνει και η Κυριακή σιγά-σιγά
οι ώρες ειν’ – αλήθεια – τρομερά μακρόσυρτες
θέλει ψαρόκολλα –εγκαρτέρηση το πράγμα.
Πόσο λαχτάρησα να φτερουγήσω σε Εκείνο
δεν έχει όνομα δυστυχώς ούτε υπόσταση
δεν υποφέρει από καμιά χυδαιότητα όπως
οι νόμοι της φύσεως ή η καινούργια διαλεκτική
κάθε γυναίκα είναι μια καινούρια
νύξη του Απόλυτου
τη βλέπω μαγεμένος και κατατάσσομαι αμέσως
εθελοντής στην απόλυτη ματαιότητα.
Μ’ ένα ρομαντικό τσιγάρο θα αλλάξω διάβολε κατεύθυνση

ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ του WILLIAM BLAKE
Είμαστε όλοι στον αέρα του Αναξιμένη.
Σ’ αυτή τη νέα βλάστηση στο κεντητό απριλοπάνι.
Χρησιμοποιώντας ολόκληρη την οικογένεια σαξόφωνων.
-Τις ει; -Ογδονταπέντε κιλά του συμπαντικού βάρους

Η ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ
Ας είμαστε ραγισμένοι στους ανημέρευτους έρωτες
με ζοφερό μαστίγιο την ώρα την ουρανοβόρα
δαμάζοντας το σώψυχο σπιθομάνι.
Βουνά εσείς που καμαρώνετε το ύψος είναι λέξη-ξέφτι
στα μάτια χαρακώνεται γογγύζει απ’ τον πόνο και χωλαίνει
όταν εσύ κατά τη μαύρη συμφορά γιομάτος δάκρυα
γέρνεις χαροκαμένε και ξαναβουλιάζεις άξαφνα
στων λουλουδιώνε την απόρρητη αποκαρδίωση.
Αχ μη θελήσεις όνομα διδάσκοντας
να βρεις αγνάντια σου το νάμα της βουβής ανωνυμίας.
Έρεβος ή απώτερο συμπέρασμα -: ο σκοτεινός (ανάσκελα) τάφος
ρημαδιακό βαρβάτο τριαντάφυλλο τραύμα σιγής στο κοιμητήρι
μ’ εκατομμύρια νοσταλγικά σαπίσματα
στους επιτύμβιους χειμώνες κλινήρη
καθώς πεντάρφανος ωρύεται ο άγραφος αγέρας
αντρομαχώντας με κοντοπίθαρα και σπαστικά χαράματα
λυόμενα κλωνάρια μεσ’ στο Άφωνο
βλαμμένα δένδρα.
Νύχτες που διαπρέπουν αστροχίτωνες εκείθε προς το μέγα μαύρο
την αρνησιά την κάνουν έλευση
τη φυλλωσιά μου δεν την έχουν ανταμώσει.
Το ζήσιμο ολισθαίνει βαθιά στην Ηλιοφίλητη κι όποιονε τρώσει
η γιασεμένια αστραπή
θα υποκύψει σε δονούμενα
ρέοντα μέσα στην αφή του αρχαίου Ίμερου στήθη.

ΠΑΝΑΚΕΙΑ (από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Η άρθρωση του Μόνου Ορατού με διασαλεύει
ανάμεσα στη γλώσσα και στον άνυδρο ουρανίσκο
όταν τα χρώματα ψοφούν και ξάφνου πυρπολιέται
ο κύβος της ομοιογένειας
ακαριαίος διαρκής και τίποτ απ’ τα δυο τούτα:
τριαδικότητα – μαστός.
Κι ολούθε σφήκες πρόθυρα σφαγής αυτά τα στήθια
είναι από πέρδικα
νεροπότηρα δεξιά σου
μια φράση που ακούγεται σχεδόν αριστερά σου
«τα ’χα βάλει τα παγωτά στο ψυγείο»
πιο κείθε λυγερή κυράτσα μεταφέρει την καρέκλα της
απ’ τον ήλιο τον άπρεπο την πάει δίπλα
στη σκιά σ’ ένα δύστυχο πεύκο
δεν επιμένει –πώς σας ήρθε – ο θεός ναν τον αναγνωρίσουμε
μύθος παλλόμενος ας τον πούμε και σούρουπο
απαλήθεια όπως λέμε απαρέσκεια
παλλόμενος ίσον υπάρχουμε
μύθος ίσον υπάρχουμε δίχως κουρελοθάνατο
Πρέπει σε σένα η μακροζωία

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές … επιλογές λέξεων από τις ποιητικές συλλογές του, κάτι σαν Δοκιμές Νάρκης του Άλγους, που «εν Φαντασία και Λόγω, κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το μαχαίρι του χρόνου… Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή δουλειά δεν είχε ο διάβολος… αλητεύει στους αμέτρητους ίμερους, αλητεύει στα σώματα των απέραντων γυναικών και στη μιλιά μας, στην πείνα και στην ακάλεστη δίψα…


Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

ΠΡΟΣΟΧΗ ΒΑΡΑΘΡΑ, ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΥΘΡΑΥΣΤΑ, ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ ΤΗ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ

Για άλλη μια φορά παραπλέω απόκρημνα. Με τι να διανοούμαι πλέον σε εποχές αρχέτυπων; Αριθμοί αλίμενοι, δασύτριχοι και λιθοξόοι. Εντός μου κωνοφόρα τα τριξίματα οι ρίζες του αγέρα που δεν έγιναν πετρέλαιο, οι σημασίες σε αχνάρια πλατυπόδων σε αμμούδες κι η σελήνη μονοσύλλαβη. Οι πινακίδες:
ΠΡΟΣΟΣΧΗ ΒΑΡΑΘΡΑ
ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΥΘΡΑΥΣΤΑ
ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ ΤΗ ΦΥΣΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ
Άλλη δουλειά δεν είχαμε. Τι κάνουνε αυτοί στο εργαστήριο φιλοσοφίας; Σιγά το πρόβλημα: λάθη πολιτικής στις Συρακούσες. Λύσσαξαν που τους ξέφυγε ο τεντιμπόης ο μορφονιός προς Πασαργάδες. Συνετίζονται μωρέ Αθηναίοι με λατομεία και Σικελίες;  Πότε αλλάξαν της όρασης «εσύ Νικάς έστω και της γεύσης, πότε; Ωχ αδελφέ παράτα μας με το Νικία και τες φρονιμάδες. Χάνει σου λένε αίμα συνέχεια η αίσθηση.
 [ΔΙΗΓΗΣΗ 1 από την ομότιτλη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου κι άλλα από την ίδια συλλογή με ΚΛΙΚ στην εικόνα – ART by  michael maier]



Η ΦΥΛΗ ΜΟΥ ΕΜΕΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΝΕΦΙΚΤΟ (από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΔΙΗΓΗΣΗ)
Ο στόμφος εκούρασε, σύμφωνοι
Το θάμπος δυνάστεψε, του λόγου,
ως τη παραμόρφωση
και πάλι σύμφωνοι
Άσχετο που με τους αστούς μακάρια πια
παρακμάζει
σωστά
Λένε σε τόνο χαμηλό εξομολόγησης
-συγγνώμη, ποιος τάχα δεν πρέπει ν’ ακούει τώρα;
Μη διακόπτεις
λοιπόν είπαμε σε τόνο χαμηλό
για τη βαθιά πληγή να λέμε
αν πρέπει σώνει και καλά να λες για δαύτην,
κι ας είναι άβυσσο
κι ας είναι στο σκοτάδι πιο άρρητη
χα…

Μα η φυλή μου εμένα
που νύχτα μονομαχεί και μέρα με το ανέφικτο;
και πού ανηφορίζει;
Κι ακόμα τον κρανίου τόπο ανήφορο κι ακόμα;
Σε τόνο χαμηλό τι θ’ ακουστεί;
Ποιος τάχα δεν πρέπει ν’ ακούει τώρα;

Αφήνω που, αυτό μας έλειπε
θ’ ακούγεται ωσάν ευχαριστώ
στον εξοχότατο κανάγια.

ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΠΕΤΡΕΣ (από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΔΙΗΓΗΣΗ)
Αλλιώς δε γίνονταν ως φαίνεται
Αρχή αρχή ακέραιος και βόνασος
ύστερα χίλια κομμάτια με την άρνηση
κλασματικός ακόμα υπήρχες
συνεχίστηκες σημάδι από πουλιά
ή τρία δάχτυλα
σμιχτά του μόσχου χαράζοντας γητειές
κι ευθείες κάθετες ώσπου χαμήλωνες
τσακίδια και μαδάρες καταμεσί των αριθμών
ώσπου μετριόσουνα
μετριόσουνα που δεν έλεε να σωπάσεις…
… χαρτογραφούσες τον πηλό αυτόν το δαίμονα
τη φτερούγα μέσα σου που έτρεμε και εμίλειε
λέγοντας πέτρες περπατώντας θάματα
φωνάζοντας: σώστε το παράλογο
το άλλο σας εντόσθιο που άρπαξε το σκυλί
και χάθηκε προς τα οινόφυτα του γαλαξία…

Όλην τη νύχτα τουφεκούσες ένα φεγγάρι
κόκκινο
το πρωί το βρήκανε μες στ’ αποτσίγαρα.

ΑΝΑΔΙΠΛΩΣΗ (από τη συλλογή ΔΙΗΓΗΣΗ)
Θητεία στην υπέρβαση
βαθιά του νου εκείνο τ’ ολοκλήρωμα
σαν πολυέλαιος
σκέτο σμάλτο και λαζούρι άπιαστο
το υψωμένο χέρι του ηδονιστή
τον έλιωνε
δείχνοντας προς το επέκεινα
προς την ελλειπτική βαρύτητα
αχώρητη στο βιολετί
κι εκείνα τ’ Αλεξανδρινά:
ηδύτητες
μεταδιανοήματα
απόδειπνα λουσμένα στην αλόη
και τις μνήμες

ΑΠΟΓΟΝΟΣ ΒΡΑΧΟΓΡΑΦΙΑΣ (από τη συλλογή ΔΙΗΓΗΣΗ)
-1-
Πρώτο μερικό υπόλοιπο, πες βούλιαξε
Λίγο κατάρτι έξω των νερών, πες κάποτε
πες πότε σύρθηκε ανάμεσα των σκοταδιών
που τον γαβγίζανε ο ήλιος.
Αιώνας θολωτός, απέξω πέτρες
και το ουρλιαχτό τους.
Φοράς το αρχαίο νερό μαχαίρι
ντύνεσαι τον πρόγονο γενιά βελανιδιού
τις δρασκελιές του τα ποτάμια φυσεκλίκια
κι ο γκρας ανάσταση.
Και μόνο να το πεις οι εκκλησιές
οι στουρναρόπετρες ανάψανε τα βάτα
τέτοιος τόπος.
Ίσα να πάει κι εφτούνη η άνοιξη
τούτο το καλοκαίρι
όσο να ’ρθει ο αρχάγγελος αλάτι και χιονόβροχο
σάπιος για λίγα ένσημα στην τιμονιέρα
να βγει μια σύνταξη
και να μη λέει το κέρατο
να πάει το ρέμα τούτο λίγο ανήφορο
την Αχερουσία.
-2-
Άνυδρα εικοσιτετράωρα στο μάκρος
της ξερολιθιάς μάνα μου μάνα μου
κι εσύ αχανής
μ’ έξι φτερά ξοπίσω από κουρούνες.
Εγώ χαμένος στα πρανή μην ξέροντας
πάρεξ να πελεκώ αρχέτυπα
στη γλώσσα μου του θάμπους
την όψη μου είπε να φορώ των αρχαγγέλων.
Πότε; για ποιον;
Και πού χωράω άτμητος
απόγονος βραχογραφίας;
-3-
Δεύτερο μερικό υπόλοιπο που αταίριαστος
μάχεσαι το ναι
το όχι
το ένα
το μη ένα
νοτιάς κατάσαρκα κι έχασες τη μιλιά σου στο βυθό
ψάχνοντας τον βουλιαγμένο αντικυκλώνα
και τη φωνή με τις εννιά οπές του εχτελεστικού
που σε ξεσέρνει ακόμα ούθε ανήφορος
και λες σε τούτη να σταθείς την πέτρα
την άλλη
την πιο πέρα
που ήταν κρόταφος ή προφήτης
κι έγινε σίδερο
-4-
Για τελευταίο μερικό υπόλοιπο
τα’ άλλο μισό της μέρας
σινδόνα και σουδάριο
μη μιλάς
αδέλφι ωχρό που πέρασες αμετανόητος
της πυρκαγιάς
και της αιθάλης.

ΔΙΗΓΗΣΗ (από την ομότιτλη ποιητική συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου)
-2-
Εποπτεία αιμοδοσίας γύρος δεύτερος. Να μην υπάρχει λέει διόραση εσχατιών, ούτε εσχατιές. Άθλια περίπτωση. Και μην απλώνετε, λέει, οράματα και τέτοια έγχορδα εντός της σατραπείας. Άκου ο αλιτήριος. Ν’ αστυνομεύεται η συμπεριφορά των ακεραίων αριθμών από το τρία και πάνω. Θέλει να πει του πλήθους ή κάτι τέτοιο μεταφυσικό, και καλά με τους μεγάλους αριθμούς, όμως τι γίνεται με τη μονάδα, αυτό το έμβολο; Ελέγχετε, λέει, τα έμβολα. Κι ας πάει να χώθηκαν των Περσών ανάμεσα Παλούκια – Πέραμα και άλλα τέτοια εικοσάεδρα και προγονοπληξίες. Εγκύκλιος: να προωθούνται οι ευάγωγοι οι νωχελικοί οι φλαουτίστες σε τεκέδες οι μεσόνυχτοι των ακκισμών στη Ρώμη ευθύαυλοι, ομοφυλόφιλοι, ορχηστρίδες. Κηρύσσονται εχθροί του καθεστώτος το σήμα ιχθύς ως δυσανάγνωστον οι δάδες της άλλης σημασίας οι κατακόμβες τα σπουδαστήρια φοροφυγάδων οι απελεύθεροι ελληνομαθείς και ο ρηματικός τύπος «ολισθαίνοντες», μίασμα που μας άφησαν οι Καρχηδόνιοι. Ένα μόνο κερί στο υπόγειο έφεγγε της αντίστασης να δέσει τα σαντάλια της. Πάνω παχιά ταινία παρασιτική του πεπτικού ο βηματισμός των λεγεώνων.
-3-
Ο τρίτος γύρος τρισχειρότερα. Η αλλεργία σου με τη στατιστική: πού πάει αυτό επιτέλους. τρώει το δέρμα πρώτα ύστερα όλα τα άλλα με το γυαλόχαρτο. Γύρος τέταρτος οι πόρτες. Εντός διασκεπτόμενοι  ποιος πρώτος ποιος από θέση ισχύος: ορθογώνια η τράπεζα, στρογγύλη η τράπεζα. Έξω γορίλας Μηνάς ο πέμπτος, μακαρθικός του Αιγόκερω, τα χέρια πίσω, πάνω κάτω στο διάδρομο της αυτοκρατορίας.
-4-
Τελευταίος γύρος οι εσχατιές. Εσύ που επέμενες θερίζοντας λογισμό και λόγο, εσύ θερίζοντας. Πέρα και πέρα ο χώρος άδειο σπίτι. Ένα-ένα του παίρνανε τα έπιπλα, αηδιασμένος παρέδωσε στο τέλος και το μεγαλείο του. Τι παλιατζήδες. Εσύ επέμενες πως χάνει η αίσθηση αίμα συνέχεια, αδύνατον να παραδεχτείς τι θα πει πεδιάδα.
Ξάφνου ( ω δίοπε κάπου Νοέμβριος) στο κλιμακοστάσιο το κεφάλι κόπηκε. Σκαλί-σκαλί από τον έκτο πήρα να κατρακυλά την επικράτεια. Στον πέμπτο με Ηράκλειτο εκπνέοντας. Στον τέταρτο με Ρωμανό. Στον τρίτο η χάρτα του Ατλαντικού τα ασυνάρτητα για δικαιώματα, η διακήρυξη ως το δεύτερο. Στον πρώτο λίγα το Μακρυγιάννη ακόμα, ως το ισόγειο, έτσι. Εκεί με το ως πότε παλικάρια… ξεψύχησε. Αυτά.

[Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα που μας ξέσκισαν τον νου; Δεν υπάρχουν ξίφη για άλλες πληγές; Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσαμε τα κυανά όνειρα των φτερών τους; Ποιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχουμε; Σφαγμένη εντός μας μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει. Αρχέγονο εργαλείο πλειστόκαινο μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου, απλώνει ο χρόνος στο λιθόστρωτο… Πού θα πιάσει ρίζα αυτό το σπέρμα; Εντός μου η νύχτα ταξιδεύει στα ύφαλα του ονείρου – τέτοιες επιλογές στίχων από τις συλλογές Έκτορα Κακναβάτου για σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό σου γήινο αίμα… και μόνο ένα βήμα μένει κατά σένα η μελλούμενη πορεία αξία έσχατη, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω!.. Δικό σου είναι αυτό που αναζητώ που ούτε σχήμα έγινε ούτε καν νόημα μα εντός σαλεύει]

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΕΝ ΤΑ ΗΥΡΑ ΠΙΑ ΞΑΝΑ ΤΑ ΤΟΣΟ ΓΡΗΓΟΡΑ ΧΑΜΕΝΑ ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ…


… το χλωμό το πρόσωπο… στο νύχτωμα του δρόμου…
Δεν τα ηύρα πια – τ’ αποκτηθέντα κατά τύχην όλως, που έτσι εύκολα παραίτησα·
και που κατόπι με αγωνίαν ήθελα.
Τα ποιητικά τα μάτια, το χλωμό το πρόσωπο, τα χείλη εκείνα δεν τα ηύρα πια!...Πάντως δεν θα διαρκούσανε πολύ.
Η πείρα των χρόνων μου το δείχνει.
Αλλ΄ όμως κάπως βιαστικά ήλθε και τα σταμάτησε η Μοίρα.
Ήτανε σύντομος ο ωραίος βίος.
Αλλά τι δυνατά που ήσαν τα μύρα, σε τι εξαίσια κλίνην επλαγιάσαμε, σε τι ηδονή τα σώματά μας δώσαμε.
Μια απήχησις των ημερών της ηδονής, μια απήχησις των ημερών κοντά μου ήλθε,
κάτι απ’ της νεότητός μας των δυονώ την πύρα·
στα χέρια μου ένα γράμμα ξαναπήρα, και διάβαζα πάλι και πάλι ως μου έλειψε το φως.
Και βγήκα στο μπαλκόνι μελαγχολικά –
βγήκα ν’ αλλάξω σκέψεις βλέποντας τουλάχιστον ολίγη αγαπημένη πολιτεία,
ολίγη κίνηση του δρόμου και των μαγαζιών!..[ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1903 και ΕΝ ΕΣΠΕΡΑ, δύο από τα Ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη, εκδόσεις Ηριδανός]




ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΜΜΟΝΗ, ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ 29 ΕΤΩΝ, ΣΤΑ 610
Ραφαήλ ολίγους στίχους σε ζητούν
για επιτύμβιον του ποιητού Αμμόνη να συνθέσεις.
Κάτι πολύ καλαίσθτητον και λείον. Συ θα μπορέσεις,
είσαι ο κατάλληλος, να γράψεις ως αρμόζει
για τον ποιητή Αμμόνη, τον δικό μας.

Βέβαια θα πεις για τα ποιήματαά του-
αλλά να πεις και για την εμορφιά του,
για τη λεπτή εμορφιά του που αγαπήσαμε.

Πάντοτε ωραία και μουσικά τα ελληνικά σου είναι.
Όμως την μαστοριά σου όληνα τη θέμε τώρα.
Σε ξένη γλώσσα η λύπη μας κι η αγάπη μας περνούν.
Το αιγυπτιακό σου αίσθημα χύσε στην ξένη γλώσσα.

Ραφαήλ, οι στίχοι σου έτσι να γραφούν
που να ’χουν, ξέρεις, από την ζωή μας μέσα των,
που κι ρυθμός κι η κάθε φράσις να δηλούν
που γι’ Αλεξανδρνό γράφει Αλεξανδρινός.

ΕΝ ΤΩ ΜΗΝΙ ΑΘΥΡ
Με δυσκολία διαβάζω   στην πέτρα την αρχαία.
«Κύ[ρι]ε Ιησού Χριστέ».   Ένα «Ψυ[χ]ήν» διακρίνω.

«Εν τω μη[νί] Aθύρ»        «Ο Λεύκιο[ς] ε[κοιμ]ήθη».

Στη μνεία της ηλικίας   «Εβί[ωσ]εν ετών»,

το Κάππα Ζήτα δείχνει   που νέος εκοιμήθη.

Μες στα φθαρμένα βλέπω   «Aυτό[ν]... Aλεξανδρέα».

Μετά έχει τρεις γραμμές   πολύ ακρωτηριασμένες·

μα κάτι λέξεις βγάζω —   σαν «δ[ά]κρυα ημών», «οδύνην»,

κατόπιν πάλι «δάκρυα»,   και «[ημ]ίν τοις [φ]ίλοις πένθος».

Με φαίνεται που ο Λεύκιος   μεγάλως θ’ αγαπήθη.

Εν τω μηνί Aθύρ   ο Λεύκιος εκοιμήθη. 

ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΤΑΦΟΣ
Εδώ δεν είμαι ο Κλέων που ακούσθηκα
στην Αλεξάνδρεια (όπου δύσκολα ξιπάζονται)
για τα λαμπρά μου σπίτια, για τους κήπους,
για τ’ άλογα και τ’ αμάξια μου,
για τα διαμαντικά και τα μετάξια που φορούσα.
Άπαγε· εδώ δεν είμαι ο Κλέων εκείνος·
τα εικοσιοκτώ του χρόνια να σβυσθούν.
Είμ’ ο Ιγνάτιος, αναγνώστης, που πολύ αργά
συνήλθα· αλλ’ όμως κι έτσι δέκα μήνες έζησα ευτυχείς
μες στην γαλήνη και μες στην ασφάλεια του Χριστού.

ΕΤΣΙ ΠΟΛΥ ΑΤΕΝΙΣΑ…
Την εμορφιά έτσι πολύ ατένισα,
που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου.

Γραμμές του σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ηδονικά.
Μαλλιά σαν από αγάλματα ελληνικά παρμένα·
πάντα έμορφα, κι αχτένιστα σαν είναι,
και πέφτουν, λίγο, επάνω στ’ άσπρα μέτωπα.
Πρόσωπα της αγάπης, όπως τα ’θελεν
η ποίησίς μου… μες στες νύχτες της νεότητος μου,
μέσα στες νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα…

Η ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΤΟΥ ΚΑΠΝΟΠΩΛΕΙΟΥ
Κοντά σε μια κατάφωτη προθήκη
καπνοπωλείου εστέκονταν, ανάμεσα σ’ άλλους πολλούς.
Τυχαίως τα βλέμματά των συναντήθηκαν,
και την παράνομην επιθυμία της σαρκός των
εξέφρασαν δειλά, διστακτικά.
Έπειτα, ολίγα  βήματα στο πεζοδρόμια ανήσυχα-
ως που εμειδίασαν κι ένευσαν ελαφρώς.

Και τότε πια το αμάξι το κλεισμένο…
το αισθητικό πλησίασμα των σωμάτων·
τα ενωμένα χέρια, τα ενωμένα χείλη.

ΗΔΟΝΗ
Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών
που ηύρα και που κράτησα την ηδονή ως την ήθελα.
Χαρά και μύρο της ζωής μου εμένα, που αποστράφηκα
την κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας

[επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, έτσι που, όταν ώρα μεσάνυχτα ακουστεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες και φωνές, την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες μη ανοφέλητα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις]


Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΠΟΘΟΙ ΦΩΤΟΒΟΛΙΔΕΣ ΤΩΝ ΚΡΑΥΓΩΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ (όταν μονάζουμε σκεπτόμενοι μελλοντικά ταξίδια)


Σαράντα χρόνια και σαράντα πέντε μέρες πριν ανοιχθούν οι κάμποι και οργωθούν
Πριν αναβρύσουν εκ βαθέων οι σποράδες κι οι κοραλλένιες συμπληγάδες των νησιών
Πριν γίνει μάτι η συσπείρωσις του σκότους κι αλλάξουν λέπια τα θαλάσσια ζωντανά
Βγήκε ορθή σχεδόν γυμνή κι απροκαλύπτως εντός αφάνταστης στιγμής που μας γελούσε
Μικρή παιδίσκη καθώς ύδωρ μιας πηγής…
Είναι οι πόθοι μιναρέδες στυλωμένοι, λάμψεις του μουεζίνη στην κορφή τους
Φωτοβολίδες των κραυγών της οικουμένης, πυγολαμπίδες σε συρτάρια κορασίδων που κατοικούν σε ακρογιαλιές μέσα σ’ επαύλεις
Και τρέχουν με ποδήλατα σε κήπους άλλες γυμνές άλλες ημίγυμνες κι άλλες φορώντας φορέματα με φραμπαλάδες και μποτίνια που στίλβουν την ημέρα και τη νύχτα
Όπως τα στήθη τους την ώρα που βουτάνε μεσ’ τον αφρό της θάλασσας…
Όταν μονάζουμε σκεπτόμενοι μελλοντικά ταξίδια
Ένα καράβι κάποτε περνά στην κάμαρά μας και γέρνουμε ν’ αναπαυθούμε στο κατάστρωμα
Ως που να φτάσουν τα κλαριά των ενυπνίων και λυτρωθούμε από τους κόπους της ημέρας
Στην πρασιά της ανευρέσεως σιτοβολώνος που διαλέξανε δυο κορασίδες για να ’ρθουν να με συναντήσουν (ΡΙΠΗ, ΑΦΡΟΣ και ΔΙΚΛΕΙΣ, τρία ποιήματα από την ποιητική συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΕΝΔΟΧΩΡΑ- ενότητα: Τα Κάστρα του Ανέμου 1934 – Art by SAMUELSON Bruce kochen]


ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΑΠΟΣΤΑΣΗ  (από την Ενδοχώρα του Ανδρέα Εμπειρίκου)
Οι κύκλοι των ονείρων μεσ’ στους δρόμους
Και τα κινούμενα παιδιά στον ύπνο τους
Αναζητούνε την ταγή των κοπαδιών
Αναρριπίζουν την τρεχούμενη στιγμή
Και προσκομίζουν τα φτερά της ηδονής
Μέσα σε κάθε χτυποκάρδι κάθε φίλημα
Του κύματος που συνεχώς θωπεύει την φωλιά τους
Πίδακες όλοι πίδακες όλα πάντοτε πίδακες
Στην θερμουργό λευκότητα της παρουσίας.

ΤΟ ΡΗΜΑ ΑΓΝΑΝΤΕΥΩ (από την Ενδοχώρα του Ανδρέα Εμπειρίκου)
Τούτη η αιθρία με το σύννεφο που πλέχει στον αέρα
Είναι γαλάζιος πλους μιας κάτασπρης φρεγάδας
Ιστάμενος ακουμπιστός στην κουπαστή κοιτάζω
Και βλέπω τα θηράματα των λογισμών μου
Δελφίνια που αναδύονται κι εισδύουν μεσ’ το κύμα
Πεδιάδες κι ακρογιάλια και βουνά
Και μια ξανθή νεάνιδα που στέκει στο πλευρό μου
Μεσ’ στης οποίας τα γαλήνια μάτια βλέπω
Το μέλλον της ολόκληρο και το παρόν μου

ΕΧΕΜΥΘΕΙΑ (από την Ενδοχώρα του Ανδρέα Εμπειρίκου):
Με τη ριπή του ανέμου στα μαλλιά
Της γυναικός που στροβιλίζεται μεσ’ στο σαλόνι
Και παίρνει τη ζωή της όπως της έρχεται
Και με στολίδια και παιδιά
Που την λατρεύουν κι όλο λέγουν τ ’όνομά της
Και με τους άνδρες που σηκώνουν
Όρθιο το χέρι τους στον ουρανό
Μεσ’ στην εξαίσια λειτουργία των παλμών τους
Στον στρόβιλο του βαλς που πλησιάζει
Τα στήθη τους στα στήθη της γυναίκας.



ΟΡΜΑΘΟΣ (από την Ενδοχώρα του Ανδρέα Εμπειρίκου)
Κοτζάμ παιδιά και πέφτουν μεσ’ στους θάμνους της πλαγιάς
Την ώρα που στον δρόμο ανθούν τα περιστέρια
Κοτζάμ παιδιά και παρατείνουν την σιγή
Αιθρίας που ποτέ δεν την ταράσσουν αλγηδόνες
Μυρίζοντας γκαρντένιες  στην σιγή
Κατηφορίζοντας σε χιονοσκεπή κοιλάδα
Κοτζάμ παιδιά που θάλλουν την αυγή
Και σπένδουν με τους στεναγμούς του ανέμου

ΔΥΟ (από την Ενδοχώρα του Ανδρέα Εμπειρίκου)
Η βασιλίς των κοσμικών παραρτημάτων
Περικαλής και πάντοτε λικνιζομένη
Στο φως της θαλεράς ημέρας
Ζητεί τον γιο της και τα ρούχα του
Που δεν φορέθηκαν σαν λέπια
Μα σαν τα φύλλα της γειτονικής μας εξοχής
Με τα πολύχρωμα κλωθογυρίσματα
Με τ’ ανοιχτά υφάσματα
Για την δροσιά που κυνηγούν όλοι μαζί
Όλοι καμένοι από την ζεστή πόλεως
Που ψήνεται στον ήλιο και στο καύμα
Παρά τις ικεσίες των πτωχών και τους ψιθύρους
Δυο κοριτσιών που αναστενάζουνε στον ίσκιο

ΠΟΝΤΟΗΡΑΚΛΕΙΑ (από την Ενδοχώρα του Ανδρέα Εμπειρίκου)
Οι δρόμοι είναι γεμάτοι πεταλούδες
Νιφάδες χιόνος του καλοκαιριού
Θερμές νιφάδες χνουδωτές που πλέχουν
Γύρω από τ’ άνθη στων οποίων τ’ ανθογυάλια
Φαντάζουν τα μπουμπούκια σαν φιλιά
Που δίνει ο άνεμος στις ανεμώνες
Έτσι στην τύχη σαν διαβάτης που κοιτάζει
Όσα προφτάσουν ν’ αντικρύσουν οι οφθαλμοί του
Αίφνης μια βάρκα με πανί που πλαταγίζει
Ή ένα στεφάνι σε κρεβάτι νυφικό
Με πέταλα πορτοκαλιάς που σφύζουν
Πρώτα λευκά κι ύστερα κόκκινα σαν αίμα.

ΚΑΙ ΤΑ ΚΛΑΡΙΑ ΤΩΝ ΟΦΕΩΝ (από την Ενδοχώρα του Ανδρέα Εμπειρίκου)
Κύμα υπερπηδήσεως των βράχων της εσπέρας
Τα θερινά ξενοδοχεία μας φωνάζουν
Καλούν τις κνήμες των παιδιών λευκά πουλιά
Και τα βυζιά των δεσποινίδων κύματα
Μ’ όλα τα χάδια των χειλιών και της παλάμης
Της ενοράσεως των διαρκών ερώτων
Απ’ τη στιγμή που πόντισε στην άκρη
Το πιο χαρούμενο καράβι του πελάγους
Σπέρνοντας ρύζι στις γλυκιές στιγμές
Σουρώνοντας τη θάλασσα μεσ’ στο μαντήλι
Κάποιας κρυφής αγάπης στη σοφίτα
Του τελευταίου σπιτιού.

ΩΣΙΣ (από την Ενδοχώρα Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
Έστω κι αν  η γαλήνη απλώνεται στα χόρτα
Ουδέποτε τ’ ανασαλέματα δεν παύουν
Αυτά μας ζουν και ζούμε εμείς εντός τους
Τα πρώτα ανασαλέματα τα πρώτα αρχέτυπα
Της ίδιας άλικης ορμής που προωθεί τις ώσεις
Σπαθάτα χελιδόνια μεσ’ στον ήλιο
Και πουπουλένια νυχτοπούλια μεσ’ στο σκότος
Θα ’ρθουν τ’ ανασαλέματα θα ’ρθουν τα ρίγη
Κι όταν ακόμα ακινητούν τ’ αστέρια
Στους βελουδένιους των βυθούς


 [επιλογές λέξεων από την συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ, με ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων, όπου Μια δεσποινίς σηκώθηκε μέσα στο σκότος κι αντικαταστάθη αμέσως απ’ άλλη δεσποινίδα η οποία παράθεσε γαμήλιο προπόνημα σε συσχετισμένες αναλαμπές εικοσακισχιλίων αιώνων. Αλλά η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη γιατί το ράπισμα του κηπουρού διετράνωσε την λευκοτάτη επιδερμίδα της νέας ημέρας και ζωήρεψε το φέγγος του άσπιλου στήθους της λέξης προς λέξη και σχεδόν διαγωνίως]