Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

ΖΟΥΜΕ ΘΑ ΠΕΙ ΑΛΗΤΕΥΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΑΜΕΤΡΗΤΟΥΣ ΙΜΕΡΟΥΣ (αλητεύουμε στα σώματα των απέραντων γυναικών)


Δώσε έναν κόσμο να απολαύσεις ένα βουνό δικαίωση
σαν κόκαλο αιωρούμενο σε σκύλο η αγάπη που δείχνει τα δόντια της.
Εγώ ξεκρέμασα τη ζωή μου από κάθε προοπτική, πέταξα τα μανταλάκια από το σύρμα
τελευταία νότα της αληθοσύνης: η αθωότητα ενυπάρχουσα στο άπειρο ο χρόνος απορρυθμίζει σχηματίζει μέσα του το αμάρτημα: τη φοβερή διαιρετότητα.
Ζούμε θα πει αλητεύουμε στους αμέτρητους ίμερους, αλητεύουμε στα σώματα των απέραντων γυναικών, αλητεύουμε στη μιλιά μας
 αλητεύουμε στην πείνα και στην ακάλεστη δίψα.
[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 και με ΚΛΙΚ στην εικόνα κι άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή]


ΣΩΣΙΒΙΟ (από τη συλλογή Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Λέω φως και προσφέρω σκοτάδι
τα Άλγεα φορτωμένα σε λεκτικά γαϊδουράκια
οι Λωτοί μουδιασμένοι και οι Υάκινθοι
μ’ αλύγιστους κραδασμούς απέχοντας από την κίνηση
καθώς υψώναμε βαθουλωμένα αινίγματα δίχως άρμη
κι αναδεύαμε παροιμίες όπως: πολλοί πεθαμένοι
κάθονται στου αρρώστου το κεφάλι
και με εκτρώματα χειρονομίες κοροϊδεύαμε
κάθε ιερατική συνέχεια κι έξαψη
θα ξαναφύγω απ’ το πορτάκι του χαμόγελου μισόγυμνος
τα σκιάχτρα δεν τα υπολήπτεται στ’ αμπέλια ο δραγάτης
πονώντας αλφαβητικά στο κύλισμα του γερο-χρόνου
δυσανάγνωστος που μοιράζει τα κελιά του στις ώρες
κάπως αλλιώτικος από μοναστήρι
χασομερώντας ανάμεσα σε κείνη τη λιπόθυμη αντηλιά του
με τρεμάμενες φωτοσκιάσεις
κι αχαμήλωτες καλαμιές μακρόσυρτες προς το ποτάμι
χωρίς αμερικάνους πεζοναύτες δίχως
τις άγριες πολεμικές γέφυρες που παντρεύονται δυναμίτη
κάκοσμος είναι ο δυόσμος πίσω από την νόηση
κι ο ουρανός επάνω διφορούμενος
η φύση τρέφεται από κυανοπώγωνες και σκληρότητα
σεισμικές γυναίκες στο έβδομο φιλί.
Κατορθώνουμε άπειρο -

ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΣΤΟ ΓΕΛΑΚΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Η ευπάθεια είναι ο κλώνος να πιαστούμε μισότρελοι
να σταλιάσουμε στο χειρότερο
Προσκέφαλο ευωδερό του καημού το κυμάτισμα όνειρος
κι αναστρέφω ίσκιους ηλιόλουστους
τα μοιρολόγια τα ’χω γράψει στα παλιά μου παπούτσια
ευτυχώντας ο έρημος από μέσα μου
σ’ αυτό το αφρισμένο μαστίγωμα τη βροχερή μου απόγνωση.

ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ή ΟΧΙ ΧΙΟΥΜΟΡ  (από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Ξανάρθαν στα λογικά τους οι αστροφένακες.
Ληθαίος αγέρας τ’ αγριοβότανα στη μισοπάρθενη ημέρα
σύρει σε χαμηλή απογείωση
Μέδοντες της Ανάγκης χαλκεώνες της νύχτας του Ησιόδου.
Έτοιμοι και εμείς να παίξουμε καμπύλες αστροτοξίας
απάνω στην οθόνη–λεχώ που χαίρεται
την Εικόνα-Βρέφος.
Πέρα στα μουσικά μας συμφέροντα ο απομόναχος
παραφράζοντας το Υπέρτερο
(η μετάφραση είν’ αδύνατη)
το αποδίδει σωστά στην πραγματικότητα ξεχνώντας
ολάκερη τη Λήθη
τραβώντας ωσάν κλωστές κουκλοθέατρου
τις γελαστές ανωφέρειες.
Δοκίμασε αντίθετο δοξάρι πέτα τώρα στα σκουπίδια
τα κυριακάτικά φτερά σου.

ΒΑΘΥΦΩΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οι αριθμοί μου δεν θα συμπληρώσουν ένα σύνολο
δάκρυα συνωστίζω στα καιόμενα μάτια μου
δεν έχω τώρα πια τίποτα άλλο απ’ την πραγματικότητα
ξεφεύγοντας όλες τις αθλιότητες της μαγείας
αισθάνομαι κωμικά τα συμβόλαια τους ανέραστους νόμους σας
όπου σαλιώνει με χαρτόσημα η νοησιαρχία.
Σε όλα ενάντιος – ιδού ο ένσαρκος νόστος που το ύψος του
το Θαβώρ υπερβαίνει ανησύχαστος.
Τύμπανα όρια χλευαστικά τα λοίσθια η θανατοπληξία πνέει
κυρίες μ’ ακριβά χειροκροτήματα από ίσως
κι ωστόσο παλαίοντας  εγώ ναν τις αποδιώξω
κείθε στα ρέματα της συντριβόμενης ασκητείας
κατρακυλώντας στα κατάμαυρα φαράγγια των Ουπανισάδων.
Επιτέλους βαρέθηκα τη στύση μου
δέχομαι να εκτίσω μακρόπνοη ματαιότητα.

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΚΟΠΟΙΟΣ
Βγαίνει και η Κυριακή σιγά-σιγά
οι ώρες ειν’ – αλήθεια – τρομερά μακρόσυρτες
θέλει ψαρόκολλα –εγκαρτέρηση το πράγμα.
Πόσο λαχτάρησα να φτερουγήσω σε Εκείνο
δεν έχει όνομα δυστυχώς ούτε υπόσταση
δεν υποφέρει από καμιά χυδαιότητα όπως
οι νόμοι της φύσεως ή η καινούργια διαλεκτική
κάθε γυναίκα είναι μια καινούρια
νύξη του Απόλυτου
τη βλέπω μαγεμένος και κατατάσσομαι αμέσως
εθελοντής στην απόλυτη ματαιότητα.
Μ’ ένα ρομαντικό τσιγάρο θα αλλάξω διάβολε κατεύθυνση

ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ του WILLIAM BLAKE
Είμαστε όλοι στον αέρα του Αναξιμένη.
Σ’ αυτή τη νέα βλάστηση στο κεντητό απριλοπάνι.
Χρησιμοποιώντας ολόκληρη την οικογένεια σαξόφωνων.
-Τις ει; -Ογδονταπέντε κιλά του συμπαντικού βάρους

Η ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ
Ας είμαστε ραγισμένοι στους ανημέρευτους έρωτες
με ζοφερό μαστίγιο την ώρα την ουρανοβόρα
δαμάζοντας το σώψυχο σπιθομάνι.
Βουνά εσείς που καμαρώνετε το ύψος είναι λέξη-ξέφτι
στα μάτια χαρακώνεται γογγύζει απ’ τον πόνο και χωλαίνει
όταν εσύ κατά τη μαύρη συμφορά γιομάτος δάκρυα
γέρνεις χαροκαμένε και ξαναβουλιάζεις άξαφνα
στων λουλουδιώνε την απόρρητη αποκαρδίωση.
Αχ μη θελήσεις όνομα διδάσκοντας
να βρεις αγνάντια σου το νάμα της βουβής ανωνυμίας.
Έρεβος ή απώτερο συμπέρασμα -: ο σκοτεινός (ανάσκελα) τάφος
ρημαδιακό βαρβάτο τριαντάφυλλο τραύμα σιγής στο κοιμητήρι
μ’ εκατομμύρια νοσταλγικά σαπίσματα
στους επιτύμβιους χειμώνες κλινήρη
καθώς πεντάρφανος ωρύεται ο άγραφος αγέρας
αντρομαχώντας με κοντοπίθαρα και σπαστικά χαράματα
λυόμενα κλωνάρια μεσ’ στο Άφωνο
βλαμμένα δένδρα.
Νύχτες που διαπρέπουν αστροχίτωνες εκείθε προς το μέγα μαύρο
την αρνησιά την κάνουν έλευση
τη φυλλωσιά μου δεν την έχουν ανταμώσει.
Το ζήσιμο ολισθαίνει βαθιά στην Ηλιοφίλητη κι όποιονε τρώσει
η γιασεμένια αστραπή
θα υποκύψει σε δονούμενα
ρέοντα μέσα στην αφή του αρχαίου Ίμερου στήθη.

ΠΑΝΑΚΕΙΑ (από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Η άρθρωση του Μόνου Ορατού με διασαλεύει
ανάμεσα στη γλώσσα και στον άνυδρο ουρανίσκο
όταν τα χρώματα ψοφούν και ξάφνου πυρπολιέται
ο κύβος της ομοιογένειας
ακαριαίος διαρκής και τίποτ απ’ τα δυο τούτα:
τριαδικότητα – μαστός.
Κι ολούθε σφήκες πρόθυρα σφαγής αυτά τα στήθια
είναι από πέρδικα
νεροπότηρα δεξιά σου
μια φράση που ακούγεται σχεδόν αριστερά σου
«τα ’χα βάλει τα παγωτά στο ψυγείο»
πιο κείθε λυγερή κυράτσα μεταφέρει την καρέκλα της
απ’ τον ήλιο τον άπρεπο την πάει δίπλα
στη σκιά σ’ ένα δύστυχο πεύκο
δεν επιμένει –πώς σας ήρθε – ο θεός ναν τον αναγνωρίσουμε
μύθος παλλόμενος ας τον πούμε και σούρουπο
απαλήθεια όπως λέμε απαρέσκεια
παλλόμενος ίσον υπάρχουμε
μύθος ίσον υπάρχουμε δίχως κουρελοθάνατο
Πρέπει σε σένα η μακροζωία

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές … επιλογές λέξεων από τις ποιητικές συλλογές του, κάτι σαν Δοκιμές Νάρκης του Άλγους, που «εν Φαντασία και Λόγω, κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το μαχαίρι του χρόνου… Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή δουλειά δεν είχε ο διάβολος… αλητεύει στους αμέτρητους ίμερους, αλητεύει στα σώματα των απέραντων γυναικών και στη μιλιά μας, στην πείνα και στην ακάλεστη δίψα…


Δεν υπάρχουν σχόλια: