Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

ΠΟΥ ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΝΑ ΦΟΒΗΘΟΥΜΕ ΜΙΑΝ ΑΝΕΝΤΙΜΗ ΖΩΗ (ο Θησέας ανεύρετος κι η μικρή Αριάδνη τυλίγει ξετυλίγει μίτους):


Βουλιάζει η Πόλις. Έξαλλοι ναυαγοί κρατιούνται με τα δόντια από τα γείσα των πεζοδρομίων.Πιο κοντινέ μου φίλε, είσαι θαμπή μορφή που περνά μ’ ένα έξαφνο τρένο. Με μια βαριά υπερταχεία από μπρος μου και χάνεται.
Σκοτεινή νύχτα. Άναρθρη στιγμή. Χυμένο. Κατάμαυρο μελάνι.
Η φωνή σου: κατοικίδιο ζώο πολτοποιημένο από τριαξονικό στην άσφαλτο.
Και τα λόγια χλωμά σε χιλιάδες φορεία.
Τους πέταξαν στο χώμα τους «αχρείους» και ξαναφύτρωσαν σαν άγριοι καλαμιώνες. Τους έριξαν στις θαλασσοσπηλιές και γίνηκαν κοράλλια. Τους κουρέλιασαν στο τέλος ώσπου τους έκαναν περιπτώσεις ηρώων [ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ Α  από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη ΠΟΙΗΣΗ 71-74 ΟΙ ΠΑΡΑΧΑΡΑΚΤΕΣ δεύτερη έκδοση 1982 για λογαριασμό των εκδόσεων ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΑΚΗ- στον τίτλο στίχοι από το ποίημα ΑΝΤΙΓΟΝΗ 71 και σε παρένθεση η ΑΓΟΝΗ ΑΝΑΜΟΝΗ: Ο Θησέας ανεύρετος κι η μικρή Αριάδνη να τυλίγει και να ξετυλίγει τη ματωμένη κλωστή στα δάχτυλά της. Και άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή με ΚΛΙΚ στην εικόνα -ART by 
arthur tress]





ΤΟ ΣΠΙΤΙ (απ’ την ποιητική συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη ΠΟΙΗΣΗ 71-74 ΟΙ ΠΑΡΑΧΑΡΑΚΤΕΣ 1982)
Χαλασμένος ασβέστης
ο καιρός.
Ραγίζει
το παλιό μας σπίτι.
Η στάμνα που έσπασε
ήταν γεμάτη φίδια.
Γλιστρούν αθόρυβα
στον ύπνο μας.

Δεθήκαν κόμποι
στην ψυχή μας.

ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ
Και για δείπνο μια φέτα
σκοτάδι.
Και μια κούπα νερό απ’ το
πηγάδι.

Για ν’ ακούς καθαρά τις φωνές
των πνιγμένων

ΑΝΤΙΓΟΝΗ 71
Η Αντιγόνη σωπαίνει.
Εγώ εσύ αυτός σωπαίνει.
(Πού να βρούμε τη δύναμη
να φοβηθούμε μιαν ανέντιμη
ζωή)
Η Αντιγόνη κάθεται στ’ αυγά της.

Η Αντιγόνη δεν υπάρχει πια.

(Αντιγόοονηηηη)

Οι άθαφτοι νεκροί
πλημμυρίζουν την πολιτεία.

ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΜΟΥ
Τα νεύρα μου είναι τεντωμένα
σα σύρματα στο δίκτυο
τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος, απ’ όπου
ταξιδεύουν χρόνια τώρα
οι νοτισμένοι εφιάλτες του πληρώματος.
Οι προγραφές των ονομάτων
για την αίθουσα βασανισμών.

Οι διαταγές για τους «αυτόχειρες»
και τους «πνιγμένους»

ΑΓΡΥΠΝΙΑ
Ένας κρότος…
και ξαφνικά ανοίγουν οι πόρτες τα παράθυρα.
Η Μέγαιρα η Αληκτώ η Τισιφόνη
παρουσιάζονται.
Με κυνηγούν με βασανίζουν.

Θε μου ! πάλι ποιον να ’χουνε
σκοτώσει;

ΣΤΟ ΒΥΘΟ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ
Δρόμος Αυγούστου σταυρωμένος με τον άλλο δρόμο.
Τα νέα μας τα φέρνουν κάθε βράδυ οι πνιγμένοι
αφού δε σου ’μειναν άλλοι σύντροφοι να μιλήσεις
(αφού κι ο γέρο ταχυδρόμος σαν αντιμισθία
πήρε μετάθεση για τον κάτω κόσμο). Τώρα
ποιος συλλογιέται τις αρχαίες πληγές των αγαλμάτων
ή τόσα μικροπράγματα καθημερινά που τα ’χουμε
-μοιραία βέβαια- συνηθίσει. Το σπίτι μας έλεγα
καμιά φορά λησμονώ τη διεύθυνση, αν έχει θυρωρό,
τα κάγκελα, τη μουσική του τέλος πάντων διαρρύθμιση.
Εξάλλου λείπουμε –πού να θυμάμαι πια χρονολογίες-
από κείνο το φθινόπωρο που μπήκανε τα πλοία
μες στους δρόμους, τότε που κατέβηκε σα φορτηγό
η Αθήνα στο βυθό του Αιγαίου.
Από κει κάτω δεν φαίνεται καθόλου το φεγγάρι.
Ύστερα είναι τόσο δύσκολο να περπατήσουμε.
Ρεύματα βλέπετε καινούρια, ειδικά βάρη, πυκνότητες.
Ο άλλος μιλούσε. Δεν ήξερες αν είναι στον άλλο δρόμο
ή στον άλλο θάνατο. Δεν είχε φωνή
δεν είχε μάτια δε μπορούσε να πεθάνει.
Μόνο χειρονομούσε μ’ ακατάληπτες εκφράσεις
όπως οι πνιγμένοι
που προσπαθούν απεγνωσμένα να μας δείξουν
ποιος τους έπνιξε.

ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ
Μη ζητάς είπε χτυπητές εντυπώσεις
κραυγές ανάερα φανερά δάκρυα πένθη.
Οι δρόμοι σαν και πρώτα υπάρχουν
τα μέλη που βαδίζουν τα πλοία τα χαμόγελα
οι καθημερινές στιγμές των καθημερινών ανθρώπων
τα ωραία κορίτσια που λικνίζονται μέσα στα βλέμματα
των χλοερών εφήβων κι ακόμα
η κυριότητα των σχημάτων οι αναλλοίωτες διαστάσεις
των γωνιών, των ιδεών των ονείρων.

Για να δεις αυτά που ψιθυρίζαμε την περασμένη νύχτα
μάταια μην ψάχνεις μες στους δρόμους τούτους, σ’ αυτές τις πολυσύχναστες πλατείες.
Τ’ αόρατα στρατόπεδα δε θα τα βρεις, τα αιμόφυρτα
καράβια, τα ματωμένα δένδρα της γενιάς σου.
Τα θέατρα είναι χτισμένα στην εντέλεια, τα συνεργεία
των παραμορφώσεων οι στρατευμένοι παιάνες
πίσω απ’ τα μάτια μόνο γύρω-γύρω σύρματα
στο βάθος της φωνής, πίσω απ’ τα λόγια.

Ακόμα κι ένα φοβισμένο γύρισμα
του κεφαλιού σου προς τα πίσω
με πληγώνει.

ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΑΝΤΕΣ
Τόσο πολύ λησμονηθήκαμε μέσα στα δάση της σιωπής
που μας πήραν τα πουλιά γι’ αγάλματα
τα σκυλιά για πεθαμένους.
Τ’ απόβραδο έρχονται μας γαυγίζουν
κάνουν γύρω μας βόλτες,
μας δαγκώνουν στα μεριά, στα δάχτυλα, στο σβέρκο
κι ύστερα –σαν τελευταία σπονδή- αποπατούν
στο πρόσωπό μας.

Εμείς εκεί ασάλευτοι να παριστάνουμε χρόνια στην εντέλεια
τους πεθαμένους
από κάποιο φόβο γενικό περιμένοντας την εύνοια
των θεών να εκδηλωθούμε.
Ενώ πολλοί από μας
μέσα σ’ εκείνη την πελώρια ακινησία
δεν ένιωσαν πως είχανε τω όντι
από μια πόρτα σκοτεινή εν τω μεταξύ
μεταναστεύσει.

ΧΩΡΙΣ ΜΑΡΤΥΡΟΥΣ
Εδώ η φωνή πνίγεται στο νικηφόρο εμβατήριο
του άλλου πολέμου· εκεί ο πόνος με νυχτερινούς
σιγαστήρες.
Και να μη
ξέρεις αν εκείνα που πουλάνε, αγάπη μου είναι για σε
ή για τους πεθαμένους.

Ποιον φωνάζεις; ποιος να σ’ απαντήσει
σ’ αυτή τη γκρίζα πολιτεία με τους κωφαλάλους
σ’ αυτή την άνανδρη εποχή που δεν ανέχεται μαρτύρους,
σ’ αυτά τα χρόνια που λιπαίνουνε την άβυσσο πίσω από σένα.
Τ’ αγάλματα συνοφρυώνονται μορφάζουν
σαν κάποιος να τους έχωσε πισώπλατα ένα εγχειρίδιο
Ή κάποτε τριγύρω τους να βρίσκεις
μέσα στο φως σορούς τα ξερατά τους
απ’ τις κραυγές τα χαλασμένα φρούτα
τη ναυτία·
τ’ αγάλματα οδηγούνται στα γραφεία
για μια μικρή κατάθεση όπως λέει
ο σκοτεινός γραφιάς σκαλίζοντας με τρόμο
προσεκτικά έναν-έναν τους φακέλους·
αλλοτινές διευθύνσεις, φρέσκες συναναστροφές, ομολογίες.
Και ιδού
εκείνα που δεν στάθηκαν στ’ ανάστημά τους
στο ύψος που τους όρισαν οι αιώνες,
στην ιερή ακαμψία του μαρμάρου,
παρά κατέβαιναν τις νύχτες μες στην πόλη
μοιράζοντας συνθήματα αντεθνικά και προκηρύξεις
ή έπαιρναν δικές τους πόζες, διφορούμενα νοήματα
συμβολισμούς κρυφούς, προεκτάσεις·
τ’ αγάλματα επιστρέφουν στα μουσεία
ή θρύψαλα στα λατομεία της Πεντέλης.

Στ’ άδεια τους βάθρα τώρα ανεβαίνουνε καινούργια
με υγιείς αρχές κι αναλογίες.
Τα εναπομείναντα μαρμάρωσαν σωπάσαν
γιατί όπως λένε ψιθυρίζονται καινούργιες καθαιρέσεις.

ΜΟΝΑΔΑ ΑΑΝΑΛΗΨΕΩΣ
Σφυγμός καλπαστικός αναπνοή με μη
κανονικά επάρματα· επάρματα στηθάγχης
μαρμαρυγή των ιδεών, η αλλαγή του σθένους
στην ηλεκτρική εκκένωση.
Όλα κανονισμένα σ’ αυτή τη μαύρη κλινική
σ’ αυτή τη φοβερή μονάδα
ανανήψεως.
Ανοίγεις τα μάτια…. δεν πεθαίνεις.
Δεν μπορείς να ξεφύγεις

Ο Μανόλης Πρατικάκης γεννήθηκε στο Μύρτο Ιεράπετρας τον Σεπτέμβριο του 1943. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι ψυχίατρος, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πρωτοπαρουσιάστηκε στα γράμματα γύρω στα 1970 με δημοσιεύσεις σε περιοδικά. Έχει γράψει 13 ποιητικές συλλογές, κριτικά κείμενα και άρθρα. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Έχει συνεργαστεί σε ανθολογίες και περιοδικά, ελληνικά και ξένα, και έχει συμμετάσχει σε πολλά συνέδρια. Το 1999 ήταν υποψήφιος για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας με το βιβλίο του "Η Κοίμηση και η Ανάσταση των Σωμάτων του Δομήνικου". Ποιήματα από τη συλλογή του "Λιβιδώ" έχουν μελοποιηθεί από το συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο


Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2018

ΤΗΝ ΕΙΔΕ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΝΑ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥ ΣΑ ΜΕΔΟΥΣΑ


Ήξερε πως είχε κάνει μια βρώμικη ζωή στο βάθος όμως άλλα τον πονούσαν.
Θέλω να πω που δεν μπορούσε να κοιτάξει τα χαρτιά του μιαν ώρα που σκεφτόταν καθαρά και πράγματα λογής-λογής πηγαινοέρχονταν μέσα του παράξενα και ωραία.
Βάλτος ακινησία συλλογιζόταν.
Μετά απ’ τον κινηματογράφο πήγε και κλείστηκε, κάτι γυρεύοντας να ξαναβρεί κάτι να γράψει απ’ τα γνωστά.
Θυμήθηκα τότε μια γυναίκα πεθαμένη από καιρό να τον κοιτάζει με αγάπη τότε που περνούσε κάτω απ’ το παράθυρό της.
Και μια μέρα την πήρε μπήκανε σε μια βάρκα – κι ανοιχτήκανε λίγο πίσω στα βράχια –τα μαλλιά της στο πρόσωπό του καθώς έγερνε πάνω του τραβώντας τα κουπιά και τη φίλησε.
Ύστερα κηρύχθηκε ο πόλεμος.
Προτίμησε να κοιμηθεί.
Την είδε πρώτη φορά έρχεται στον ύπνο του σα μέδουσα, τα στήθια της κομμένα τα μαλλιά της να κυματίζουν ζωντανά μέσα σε φως γαλάζιο.
Φυλάξου, του είπε, αυτές οι αράχνες θα σου φάνε τη ζωή.
Ξύπνησε. Γύρω του στον τοίχο κατέβαιναν πολλές αράχνες.
(ΟΙ ΑΡΑΧΝΕΣ από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΤΟ ΚΑΤΩΓΙ 1971 – και με ΚΛΙΚ στην εικόνα κι άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή ART by Duy Huynh painting)



Η ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ
Ένα χέρι
έσκυψε τρέχοντας ανάμεσα στα πόδια μας
πήρε λίγο χώμα και το ’ριξε
πάνω στο πολύ που έπεφτε.
Ένα πρόσωπο
γύρισε δακρυσμένο και κρύφτηκε
πίσω από τ’ άλλα.
Στα μαρμαρογλυφεία δουλεύαμε ακόμη
τώρα που η ζέστη λιγόστευε.
Πάνω απ’ το γεφύρι
κάποιος κοίταζε αφηρημένος
τα βρώμικα στεκούμενα νερά κι ο σκύλος του
έψαχνε κει κάτω, μαυροπράσινος.
Θυμήθηκα τότε το Νεκρό
μια Κυριακή μέσα στο φως
να πιάνεται απ’ τις κολόνες
καθώς βουλιάζανε ολοένα
και τρέχανε δίπλα στις πιπεριές
χιλιάδες αυτοκίνητα.

Ύστερα φώναξα
και γρήγορα τον μετακόμισαν στον ουρανό.

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ
Παραμερίζοντας ένα παλιό φόρεμα με το άρωμά της
βρήκα τούτο το χαρτί γραμμένο σε δύσκολες ώρες
στο πίσω μέρος ενός μηνύματος για διασκέδαση.
Πικρές εικόνες ανάμεσα στα λόγια και η ψυχή
όμοια με το σαλίγκαρο που ’χει κολλήσει σ’ ένα κλωνάρι.

Έξω έβρεχε. Η μέρα ήταν θολή.
Ο κόσμος σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Μου μιλούσε για τα πουλιά. Κάτω από το κυπαρίσσι
το χώμα μύριζε με τη βροχή. Και τα πουλιά
τα κοίταζα στα μάτια της μονάχα.

Το βράδυ εκείνο δεν πήγαινε στη φιλική διασκέδαση.
Αφήσαμε να ξεχαστεί το μήνυμα.

Την αυγή τα πουλιά κατέβηκαν πλήθος από το φωταγωγό.

Η ΚΑΡΕΚΛΑ
Ήταν στο σπίτι μια παλιά καλόβολη καρέκλα
η θέση της εκεί που έπεφτε ο ήλιος
αντίκρυ στα βουνά. Την έβρισκε ο καθένας πρόχειρη
όμως την είχαμε για τον Πατέρα.
Ερχόταν ο Θείος Χρήστος – «μη νομίσετε
πως την αγάπη σας την αγοράζω» έλεγε·
μας έφερνε παράξενα άνθη απ’ τα χωράφια του
κι όλο χολή και γκρίνια. Η Μάνα μου στη μέσα κάμαρη –
«τι να του πεις, τέτοιοι ψοφίμι, Θε μου»
Κι ο Πατέρας φώναζε που ο θάνατος είναι μια σκάλα
ξαφνικά φωτίζεται κι ύστερα σκοτεινιάζει.
Απ’ έξω, στο μπαλκόνι, ο ουρανός ανάμεσα σε φτερά
κι έβγαινε η Θεία Καλή και κοίταζε.
Άλλοι συγγενείς ανέβαιναν μιλώντας ζωηρά.
Ο Αλέξης ένα φως, πανύψηλος σα δάσος
που το παίρνει ο άνεμος. Ύστερα η Θειά Μερόπη
κατεδαφισμένη από καιρό, είχε πληγές
αφόρμισαν και πέθανε. Σκότωσαν τον Αλέξη
τον τουφεκίσανε πάνω στην άμμο, τ’ άλογο
τον έσυρε ως το λόφο. Πέθανε κι ο Παππούς
τον βρήκανε στο αχούρι. Τότε τα τίναξε ο Βαρώνος
το γαϊδούρι μας. Ύστερα πέθανε ο Πατέρας.
Η Θεία Καλή κοιτάζοντας πάντα το χελιδόνι
να κόβει ψαλίδι ένα άσπρο σύννεφο.
Ύστερα ο Αντωνάκης από δεφθερίτη. Ζάρωσε η Μάνα.
Κι ο Θείος Χρήστος – «μη νομίσετε πως αγοράζω
την αγάπη σας»
Άκουσα κάποιο απόγευμα λόγια και γέλια
που αντηχούσαν σα φιλιά· ήταν απ’ τα βουνά η ξαδέλφη μου.
Την πήγα στο ποτάμι. Είδα το κορμί της πως έβγαινε
από το νερό.
Ύστερα ωραία κοντά μου, ένα θαμπό φεγγάρι κατεβαίνοντας
στα μάτια της. Κοιμήθηκε.
Κατάλαβα πως έπεφτε το σπίτι. Δε βαστούσα πια.
Μεγάλωσα κι έφτασα εδώ.
Γράφω τούτο, καθισμένος σ’ εκείνη την καρέκλα.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Σωνόταν ο καιρός όπως το λάδι
που το πίνει μια φλόγα
η φλόγα που έβλεπα στα μάτια του αλόγου μου
όταν ξεπέζευα να πιω νερό
να ξαποστάσω λίγο. Κι έφευγα πάλι
νύχτα καλπάζοντας ανέβηκα
σε κείνα τα ρημαγμένα χωριά μας
ακούγοντας τις καμπάνες για το φόνο και τη φωτιά.
Έλιωσε τ’ άλογο, το ξέκανα. Δεν ήθελα να φοβηθώ,
περπάτησα μονάχος. Κάποτε στο πλευρό μου
μια γυναίκα γυμνή μου έδειχνε κλαίγοντας
τα κομμένα στήθια της.
Μπορούσα να υπομένω ώρα πολλή κοιτάζοντας.
Θυμήθηκα πολλές φορές το σπίτι μας
την ασημένια πάχνη στα χωράφια μας
τις τσιγγάνες να έρχουνται ψημένες στο λιοπύρι
κι όλο δίψα γι’ ακολασίες. Δοκίμαζα και ξανάρχιζα.
Περιπλανήθηκα σ’ αυτά τα μέρη χρόνια και χρόνια
κι ο ήλιος σαν ένα μαύρο πανί μου έδενε τα μάτια.
Σιγά-σιγά τυφλώθηκα. Παρακαλώ να περάσω.

ΤΟ ΚΑΤΩΓΙ (μνήμη του Μακρυγιάννη – στον ποιητή Γιώργο Σεφέρη)
Βρεθήκαμε τότε κλεισμένοι με τον Ποιητή σ’ ένα παλιό σπίτι
κι άρχισα πάλι να ψάχνω για τα χαρτιά ενός δικού μας
που γύρευε Δικαιοσύνη
ακούγοντας ολοένα η φωνή του να λιγοστεύει χωρίς να παραδίνεται
τη φωνή του ν’ αντέχει όσο είναι ο κόσμος τούτος κι ακόμη όταν κανένας πια δεν θα υπάρχει.

Ήταν σκοτεινά κι ανάβοντας το λυχνάρι για να φωτιστούμε
είδα μια κασέλα και την άνοιξα με την τρεμούλα της ελπίδας
όμως δεν βρήκα τίποτε, μονάχα σκόνη από φθαρμένα
πράγματα που έλιωναν και τα ’τρωγε ο καιρός
και μια πιστόλα φυλαγμένη στο βάθος· δοκίμασα θαρρώ να την κρατήσω.

Ο αγέρας κατεβαίνοντας απ’ τα κάστρο δαιμόνιζε το σπίτι
και στο κατώγι θα ’λεγες πως κάποιος ξεκάρφωνε τους νεκρούς
χώμα και κόκαλα. Έπειτα ησυχία. Και πάλι ο αγέρας
σαν ποδοβολητό αλόγου κοντά στον τοίχο του περιβολιού
έφευγε ξαναγύριζε και ξαφνικά πηδώντας το λάκκο του ονείρου μου
μπήκε στην αυλή, ακούστηκαν στις πλάκες καθαρά τα πέταλά του
πέρασε τα χαγιάτια κι ανέβηκε τριποδίζοντας τη σκάλα.

Σπρώχνοντας τότε την πόρτα στάθηκε ανάμεσά μας
λυτό ξεκαπίστρωτο λαχανιάζοντας ιδρωμένο ένα άσπρο άλογο.
Μας κοίταζε περίλυπο στα μάτια και σηκώνοντας το πόδι
χτύπησε δυνατά στο πάτωμα με την οπλή κι έσπασε το σανίδι.
«Σκύψε, τι βλέπεις;» μου είπε ο Ποιητής
και γονατίζοντας πάνω απ’ το μαύρο άνοιγμα
είδα και γνώρισα κει κάτω πλήθος αλυσοδεμένους
γεμάτο το κατώγι λιωμένα κορμιά που στενάζανε και γύρευαν Δικαιοσύνη.

Έτσι με πήρανε τα κλάματα καθώς ξημέρωνε
και βγήκα κι ακούμπησα στον τοίχο του περιβολιού.
Γύρω μου κανείς. Μήτε ο Ποιητής μήτε το άσπρο άλογο.
Χάραξε η μέρα σκοτεινή. Μονάχα πίσω απ’ τα κυπαρίσσια
το φως ενός σπαθιού κρεμόταν στον αγέρα.

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή: πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν… Στον μέλλοντα, λοιπόν, αιώνα αυτοί θα τρέξουν στο ΤΑΜΕΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ να ζητήσουν μια θέση και βέβαια θα πληρώσουν μ’ ένα Ποίημα… Η φωνή του Γιώργη Παυλόπουλου έχει φυσικό χάρισμα να μπορεί να αφηγηθεί και μάλιστα με τρόπο ποιητικό: ξέρει να παίρνει τις ανάσες της και να μην πνίγεται, όταν ψηλώνει, να μην σβήνει όταν χαμηλώνει…

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2018

ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΕΥΤΥΧΙΑ ΜΟΝΑΧΑ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ


Βρήκα ένα καλοκαίρι μ’ αλλόκοτους ανέμους και βροχές μα οι παλιοί λένε πως πάντα αυτό το μήνα έχει στα βορινά νησιά παρόμοια γυρίσματα.
Τα βράδια μαζευόμαστε στο καλύβι με την καλαμωτή σκεπή και το μοναδικό παράθυρο, πίνουμε τσάι, καφέ όταν υπάρχει, συζητάμε.
«Παραλλάζει ο θάνατος δε μένει πάντα ο ίδιος.
Αλλιώτικος όταν πηγαίνεις καταπάνω του μ’ άλλους χιλιάδες, σίγουρος για τη νίκη, αλλιώτικος όταν τον περιμένεις μόνος μες στη νύχτα ξέροντας πως το ξημέρωμα ακόμα αργεί»
 «Πάντα ίδιος είναι ο θάνατος μόλις τον δεις να ξεπροβάλλει»
 «Πεθαίνουμε γιατί παλιώνουμε».
«Ζούμε γιατί παλεύουμε, γιατί δεν μπορούμε να μην παλέψουμε όπως δεν μπορούμε να μην ανασάνουμε».
Κατοικούσα χρόνια κοντά σο σιδηροδρομικό σταθμό κι άκουγα τα σφυρίγματα των τρένων πολύ πριν το διαβάσω στα ποιήματα.
Εδώ το πλοίο έρχεται μια φορά την εβδομάδα κι εμείς ξαναμοιράζουμε τα ονόματά μας και το σπίτι μας.
(ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΆΡΙΟ επιλογές στίχων  από τη συλλογή του Τίτου Πατρίκιου ΑΣΚΗΣΕΙΣ, Άη-Στράτης 1952]



ΕΔΩ ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΕΡΧΕΤΑΙ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ» (επιλογές από τη συλλογή του Τίτου Πατρίκιου ΑΣΚΗΣΕΙΣ, Άη-Στράτης 1952):

-II-
Όπως πλησιάζουν τα τσιγάρα μας τη νύχτα
κι από μια καύτρα χωρίζουν δυο
έτσι και οι άνθρωποι συναντιούνται και χωρίζουν
από κρατητήριο σε κρατητήριο
από στρατόπεδο σε στρατόπεδο
από σκηνή σε σκηνή.
Σαν τα τζιτζίκια που όταν δεν βρίσκουν δένδρα
σκαλώνουν στα τηλεγραφόξυλα
κι εμείς όπου βρεθούμε ριζώνουμε για λίγο
μετρώντας το χρόνο με τις βδομάδες, με τους μήνες με τις εποχές.
Τώρα έχουμε όλοι ξύλινα καραβάκια
τα βάζουμε δίπλα στα βιβλία
τα στέλνουμε στους δικούς μας
αποχτήσαμε πιάτα και γυάλινα ποτήρια-
δεν έχουμε τίποτα, μας τα κλέψαν όλα
έμεινε η λάσπη μες στο στόμα.
Είμαστε ντυμένοι ένα μαλακό δέρμα
που ξεσκίζεται εύκολα.
«Τη Βούλα έπρεπε να δεις στην Απελευθέρωση
τώρα έρεψε, η δουλειά, οι γέννες, τα τρεχάματα στο τμήμα…»
«Ο Γιώργης έβγαζε τα χαρτιά του για την Αμερική
όταν τον σκοτώσανε στη Χαλκίδα, πριν απ’ το δημοψήφισμα…»
«Ο Ντίνος τα κατάφερε, δηλαδή τι τα κατάφερε
τα μούντζωσε όλα, τώρα έχει πιαστεί γερά στον Καναδά»
«Το πάτωμα βούλιαζε κάτω απ’ το μπουφέ
κι εκείνη αγκομαχούσε να τον αλφαδιάσει.
Παράτα τον, της έλεγα, τζάμπα βασανίζεσαι.
Έτσι  μια Κυριακή πρωί έσπασε το αγαλματάκι»
«Ο καπνός απ’ τα λιπάσματα νύχτα μέρα
κρέμεται πάνω απ’ τη γειτονιά, σε πνίγει,
χημικές ουσίες, πού να φύγει αυτός ο βήχας».
Κι εδώ δεν μένουμε άνεργοι, παλεύουμε για την επιβίωση
βάζουμε υπογραφές για την ειρήνη, στέλνουμε καταγγελίες
κρατάμε ένα χαράκωμα.
Όμως τα χρόνια δεν τα ζούμε, τα μετράμε,
τα σπρώχνουμε να φύγουν
-IIΙ-
Τότε μας λέγανε
«Για σας είναι τα χρόνια που θα ’ρθουν
τέλειωσαν πια οι πόλεμοι»
Κι εγώ απορούσα και θλιβόμουν.
Έτσι λοιπόν θα μεγαλώσουμε
δίχως μάχες, δίχως νίκες;
Δεν μπορούσαμε να σκεφτούμε νίκη
έξω απ’ τον πόλεμο
ούτε πόλεμο που να μη νικήσουμε.
Έπειτα φύσηξε ένας κρύος άνεμος.

Μες στην κουβέρτα με τον σκοτωμένο
κάποιος έβαλε κι ένα κομμένο πόδι
με την αρβύλα ακόμη φορεμένη
ανοίξαμε το λάκκο στην Παιδική Χαρά
οι όλμοι είχαν για λίγο σταματήσει
στο πέρα σταυροδρόμι φαινόταν τα τανκς.
Τον ξαναείδα στον ελαιώνα έξω από τη Λάρυμνα
φορούσε την κόκκινη κουβέρτα χιαστί
από τη θάλασσα είχαν μεγάλη υπεροχή πυρός.
«Καλύψου», του φώναξε ο καινούριος καπετάνιος
«θα μας πάρεις στο λαιμό σου».
«Πάψε ρε, τι τους φοβάσαι», απάντησε.
Με την υποχώρηση είχε χαλαρώσει η πειθαρχία.
Και τώρα ακόμα αν σκάψεις λίγο
θα βγουν οι γάζες, οι επίδεσμοι,
αργούν να λιώσουν οι νεκροί.
Μολεύτηκαν τα πηγάδια, όταν βρέχει
το νερό κατεβάζει στο ρέμα
σκουριασμένους κάλυκες και κομμάτια
από χακί και πράσινα χιτώνια.
-IV-
Ας πούμε θα χωρίσουμε το χρόνο
υπολογίζοντας πέντε, δέκα χρόνια ή παραπάνω
με διωγμούς, με βάσανα και μετά
το σίγουρο ευτυχισμένο μέλλον.
Ας πούμε θα χωρίσουμε τη γη
από τη μια μεριά οι πέτρες, η δίψα και τ’ αγκάθια
και πέρα απ’ τα φυλάκια η λευτεριά.
Τέτοιες τομές βολεύουν.
Όμως η γη δεν είναι η λάσπη να την κόβουμε σε πλίθρες
ο χρόνος δεν είναι σπάγκος να τον ματίζουμε όπως θέμε
τα όρια δεν είναι πύλες στρατοπέδων.
όσο κι αν αλλάζουν οι ώρες και το χώμα
εμείς ξέρουμε πού βρισκόμαστε
στην κάθε κρίσιμη στιγμή.
Παλεύουμε ενωμένοι κι η ευτυχία
είναι στη σιγουριά μας για τη νίκη
είναι στην πάλη που δεν σταματάει
για την εξασφάλιση της νίκης.
Ευτυχία κι εδώ και τώρα
ευτυχία όπου και να ’ναι, πάντοτε,
ευτυχία μονάχα στον αγώνα.

ΣΤΗΘΙΑ
Όταν το καλοκαίρι ερχότανε
πάντα οι κοπέλες έβαζαν καινούργια φουστάνια
φουσκώνανε το στήθος τους
η ανάσα τους γινότανε πιο πλατιά
έπειτα, το βράδυ, σκορπιζόταν η ψιλή σκόνη των άστρων.
«Η Άννα κουμπώνει πιο σφιχτά την μπλούζα της, το πρόσεξες;»
Όλα τα ’χαμε προσέξει.
Κάθε μέρα ένα καινούργιο όνομα
κάθε νύχτα ένα καινούργιο βιβλίο
ήταν η πληρωμή που μονομιάς αχρηστευόταν
σα νόμισμα πληθωρικό.

Το καλοκαίρι πάντα ερχότανε
τον Αύγουστο βγαίναν τα σταφύλια
μα εκείνη τη χρόνια κανένας δε νοιαζόταν
για τις αλλαγές των εποχών.
Τα βήματα του πολέμου
άφηναν μαύρα σημάδια στις εφημερίδες.
Ξεθωριασμένα από τον ήλιο και τον ιδρώτα
με μεγάλους λεκέδες κάτω απ’ τις μασχάλες
κρέμονταν τα φορέματα των γυναικών.
Ο κόσμος περπατούσε σύρριζα στους τοίχους
στην άσφαλτο έμεναν οι χαρακιές των τανκς
στην ίδια απόσταση η μια από την άλλη.

Δεν είναι πια ο πόλεμος που βλέπαμε
στις εικόνες των βιβλίων στις ταινίες του κινηματογράφου
που τρέμαμε μη δε τον προλάβουμε και μεις.
Τώρα τα πτώματα που δρασκελάς
δε μοιάζουν του θνήσκοντος Γαλάτη
τώρα σκοτώνουν
στην άλλη γωνιά από το σπίτι σου.
Κι εκείνη η ξεστήθωτη κοπέλα
γέλαγε με τους ξένους φαντάρους.

Ο Γερμανός λοχίας που πήγαινε μπροστά
είχε στο στέρνο κρεμασμένη
μια σιδερένια πλάκα.
Του ρίξαν οι δικοί μας
κι έμεινε στη μέση του δρόμου.
Στην τσέπη του χιτωνιού
υπήρχαν οι φωτογραφίες
της γυναίκας του και του παιδιού του.
Ήταν ξανθιά, όπως το περιμέναμε,
με ήρεμα μεγάλα στήθια.

ΣΚΑΜΝΙ, 1
Οι φίλοι που γέμισαν το σπίτι
ήρθαν ξαφνικά.
Από τα κάγκελα της πόρτας
φάνηκαν πως είχαν κέφι
από τους ώμους και πάνω
φάνηκαν
μια ολόκληρη παρέα.
Φέραμε και τις τρύπιες καρέκλες της κουζίνας
να χωρέσουμε όλοι στο μπαλκόνι
εγώ πήρα ένα παλιό σκαμνί.
Οι φίλοι ήσαν πολλοί
κι ήμασταν όλοι ανάκατα
με γέλια και πειράγματα
δεν είχε και λεφτά κανείς μας.
Έπειτα η συζήτηση  έγινε σοβαρή –
χάμω οι πλάκες ζεστές ακόμα από τον ήλιο.

Τότε, το ίδιο ξαφνικά
ένιωσα πως θα χωρίσουμε
θα σκορπιστούμε όλοι στις τέσσερις γωνιές του κόσμου.
Κι έβλεπα τη στιγμή
που όσο κι αν την αναστέλλαμε
ερχόταν…

ΣΚΑΜΝΙ, 2
Αντίκρυ σ’ αυτό το τζάκι που καίει
με βρεμένα τα μαλλιά, τα βλέφαρα
κοιτάζοντας μονάχα τη φωτιά
μονάχα τις πέτρες που μαυρίσαν.
Πολλές φορές είχαμε ονειρευτεί
τα δυο σκαμνιά που θα βάζαμε δίπλα-δίπλα
κι έπειτα που θα πλέκαμε τα χέρια μας
αμίλητοι, δίχως να μας τρομάζει η σιωπή
γιατί θα ξέραμε καλά πως
κάθε λογισμός του άλλου είναι δικός μας
πως δεν υπάρχει άλλος.
Αντίκρυ σ’ αυτό το τζάκι
που έχει ξύλα πολλά να κάψει ως το πρωί
περιμένουμε πότε η βροχή θα σταματήσει
να πάμε για το λεωφορείο.

ΜΟΛΟΣ, 1
Ούτε που πρόφτασε ο μόλος να τελειώσει.
Κοβόταν ξαφνικά
κι εκεί στην άκρη μέναν
κάτι τσουβάλια τσιμέντο πετρωμένο
φύκια και βρώμικα όστρακα.
Δεν πρόφτασε να τελειώσει
έγινε ο πόλεμος.
Αναποδογυρισμένο ένα αυτοκίνητο στη θάλασσα
σκούριαζε
ανάμεσα στις καρπουζόφλουδες
που ρίχναν απ’ τα καύκια.
Στο πεζούλι κάθονταν μερικές κοπέλες
με τα πόδια κρεμασμένα πάνω απ’ το νερό.
Φεύγανε στην Αθήνα
για υπηρέτριες ή για καμιάν εγχείρηση.
Ήσαν και μερικοί νεοσύλλεκτοι
κι ένας αδειούχος φαντάρος με διπλωμένη χλαίνη.
Ο μόνος που επέστρεφε.

ΜΟΛΟΣ, 2
Μεγάλες τετράγωνες πέτρες
ένα φανάρι που δεν άναψαν
άμμος φερτός απ’ τους περαστικούς ανέμους.

ΜΟΛΟΣ, 3
Έτσι καθώς προχωρούσε μες τη θάλασσα.
Κι οι μεγάλες τετράγωνες πέτρες
το τσιμέντο
τα μπηγμένα σίδερα
καίνε όταν καίει ο ήλιος
παγώνουν όταν τη νύχτα πέφτει ψύχρα.
Ποτέ δεν παίρνουν κάτι από τη σάρκα μας
τίποτα δεν κρατάν από τα λόγια μας.

Τα σίδερα, το τσιμέντο, οι πέτρες
εδώ τελειώνουν.
Αυτό δεν είναι πια κλωνάρι
ένα πεταμένο ξύλο
ένα πεταμένο κουτί τσιγάρα
σκουπίδια και φτύματα.
Κι εδώ πάλι τελειώνουν.

Λοιπόν εδώ
κι ας μην τ’ αναβάλλουμε
όσο να πατήσουμε την παρακάτω πλάκα
όσο να πούμε μια λέξη ακόμα.
Εδώ
σ’ αυτό το μόλο
με τις φαγωμένες πέτρες
τα σκουριασμένα σίδερα
το τριμμένο τσιμέντο
από τα πλοία, το νερό και τους ανθρώπους.

[«Απλωθήκαμε σαν πολυθρόνες καφενείων. Κανείς δεν έρχεται να κάτσει»: λέξεις γυμνές από ποιητικές συλλογές του Τίτου Πατρίκιου, που δείχνουν τα κόκαλά τους σε μιαν αλλιώτικη διάταξη, ανατομία καθημερινών πραγμάτων το πολύ για μια ΛΥΤΡΩΣΗ ΑΤΟΜΙΚΗ… «Γι αυτό κι εγώ δεν γράφω πια για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια, όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια! Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω, να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή – όσο μπορώ κι όσο κρατήσω» ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Μαθητεία 1963]