Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2018

ΚΑΙ ΠΟΣΟ ΒΑΘΟΣ ΚΥΡΙΕ Σ’ ΕΝΑ ΤΡΙΜΜΑ ΑΓΑΠΗΣ (και πόση μουσική ουρανών μέσα σε πάμφθηνα πράγματα):


Πρώιμα γεννήθηκα στη φλούδα των καιρών / δεν ενσαρκώθηκα ολόκληρος
Έμειναν άνεμοι στις άκρες των χεριών μου / ρίγη ουρανών στο δίχτυ των φλεβών μου / ανεξιχνίαστο άπειρο στο στήθος μου όπου / ιχνηλατούν τ’ οριακό σκοτάδι μου / διάττοντες μνήμης
Κάποτε χάνω το πρόσωπό μου και μάταια ψάχνω να βρω σημάδια τόπου και χρόνου
γίνομαι τότε σαν ένα ρίγος / που διαπερνά τα πράγματα και τις εποχές τους
Σαν επιστρέφω τρέχω στον καθρέφτη / αναζητώντας πάλι τον εαυτό μου
Ανακαλύπτω στο βυθό των ματιών μου / ίχνη ξένων βλεμμάτων
Κρύβονται κι άλλα μυστικά στην ύπαρξή μου / για παράδειγμα ο βόμβος των μελισσών / το μνημειώδες κελάρυσμα των νερών / νυχτερινών εντόμων φωταψίες
Όλα τούτα είναι σώμα μου και τα νιώθω / όπως τα δάχτυλα ή τα χείλη μου – αλλά ποιος είναι / ο μικρός καμπούρης νάνος που διαβάζει / στο κλειδωμένο υπόγειο της ψυχής μου / μ’ ένα χλωμό κερί φθίνουσας μνήμης / μυστηριώδη έγγραφα προκτητόρων;
[ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ Ι, ΙΙ και ΙΙΙ από τη συλλογή του Ορέστη Αλεξάκη ΤΟ ΑΝΤΙΠΡΑΝΕΣ 1982 κι άλλες αντιπροσωπευτικές επιλογές ποιημάτων από την ίδια συλλογή  από το συγκεντρωτικό τόμο ΠΟΙΗΣΗ 1960-2009 εκδόσεις Γαβριηλίδης 2011 – στη φωτογραφία και στον τίτλο της ανάρτησης στίχοι από το ποίημα Passato la fiesta ART by helena almeida photography ]



ΕΝΔΟΚΟΣΜΟΣ Α. Το επακόλουθο
Αμφιβολία δε σκίαζε το πρόσωπό σου
Γνώριζες πως θ’ ανοίξει ξάφνου η θύρα
και πως θα μπει με το σκοτάδι τυφλής μνήμης
να ψηλαφίσει αξύπνητες φωνές

Σαν άνοιξες το γέρικο σεντούκι
με τη φρυγμένη μυρωδιά του χρόνου
ένιωθες πως ξυπνάς τα βήματά της
πως θρυμματίζεις γυάλινες σιωπές

Τώρα φοράς το πήλινο χαμόγελό σου
να τη δεχτείς με κοσμικές χειρονομίες
πως τάχα οι μυστικές κλωστές κοπήκαν
πως πια προσάραξες στις γήινες εποχές

Πώς ν’ αρνηθείς το μαγικό της βλέμμα
κι όλο το φως που μέσα του αναβλύζει
Δεν έχεις άλλο δρόμο απ’ τη σιωπή της
κι όσες εκεί φεγγίζουν χαραυγές

ΕΝΔΟΚΟΣΜΟΣ Β. Μαρία των άστρων
Τώρα που βλέπω τη μορφή σου στη φεγγοβολή της
ανατρέχω στις επίγειες αστροφεγγιές μας
σ’ αυτό το ρίγος από λίμνες κι αθέατα δάση
σ’ αυτό το φέγγος από αναπόληση και γυρισμό

Σ’ έλεγα Μαρία για να σε διακρίνω
απ’ τ’ άπειρα θαύματα των διαλογισμών μου
για να δίνω πρόσωπο στους καθρεφτισμούς σου
Σ’ έλεγα Μαρία για να σε κρατώ

Στο σπίτι που σε σκοτεινούς καιρούς ανθοφορούσε
πριν σιδερόφραχτοι χειμώνες το γκρεμίσουν
ήταν η έναυλη σιωπή σου μνήμη πατρίδας
ήταν το δάκρυ σου έκλαμψη προσμονών

Ξέρω πως ψάχνεις να με βρεις στα μέσα σου άστρα
κι εγώ σε ψάχνω ανάφτερη στα λυκαυγή μου
πώς ζήσαμε τόσο κοντά του χωρισμού το στρόβιλο
και τώρα πια πώς σμίγουμε σε μια στιβάδα φως

ΕΝΔΟΚΟΣΜΟΣ Γ. Χρόνος πραγμάτων
Κι όπως αργά βραδιάζει στο άδειο σπίτι
ο ήλιος δύει μέσα στους καθρέφτες
σε σιωπηλά κι απόμακρα τοπία
βυθισμένα για πάντα στο σκιόφως

Τη νύχτα η πανσέληνος ταξιδεύει
στα φόντα των παλιών πορτραίτων
φωτίζοντας λευκές κόγχες ματιών
που βλέπουν προς το παρελθόν τους

Με την αυγή ένα κόκκινο σκαθάρι
πυρπολεί τις εύφλεκτες κουρτίνες
καθώς αθέατα χέρια παίζουν πιάνο
μόλις σχεδόν θωπεύοντας τα πλήκτρα

Τυχαίνει κάποτε όμως ν’ αλαφραίνει η ύλη
τότε θαλάσσια κύματα μπαίνουν στο σπίτι
ή ξαφνικά αναδύονται βαθιοί ελαιώνες
ή πρόσωπα που χάθηκαν πάλι επιστρέφουν

ΚΑΤΟΠΤΡΑ  Α. Προς λίθον
Ποιος είσαι Εσύ που φέγγεις απ’ τα βάθη
που ανάβεις βιβλικές φωτιές στο σκοτεινό μυαλό μου
που ξαφνικά σαν φωτεινός μετεωρίτης
στην τυφλή νύχτα τόσης αμνησίας
φωταγωγείς
βέλη που δείχνουν μια κατεύθυνση ανεξήγητη
κι αυτή την αινιγματική επιγραφή
προς λίθον;
[Ορέστης Αλεξάκης,  από τη συλλογή ΤΟ ΑΝΤΙΠΡΑΝΕΣ 1982]

Β. Η Κλειώ
Γελώντας μέσα απ’ τους καθρέφτες «έλα» φώναζε
η παιχνιδιάρικη Κλειώ με το μαντολίνο
Η θεία πηγαίνει στο κοιμητήριο κι ο Μιχαήλ
πετά με τα καινούρια του φτερά στα περιβόλια
Λοιπόν μπορούμε αν θες ν’ αφήσουμε να παίξουν λίγο
τα δυο μικρά τα εγκλωβισμένα μας ζωάκια

Γ. Το φεγγάρι
Κι ο φερετροποιός χαμογελώντας
μην το φοβάστε το φεγγάρι λέει
δεν είναι αλήθεια πως δαγκώνει
μόνο που κάποτε αλυχτάει

Δ. Μνήμη
Καρφιτσωμένα πάντα πάνω στο κορμί μου
σαν πεταλούδες σε σελίδες τετραδίων
τα τρομαγμένα μάτια της Μαρίας

Ε. Το κρυφτό
Φτου Μαργαρίτα σε βρήκα
Είσαι κρυμμένη στο άνθος

ΣΤ. Διαμαρτυρία
Υπάρχει τόσος θάνατος λοιπόν;
ρωτούσε ο φίλος

Τότε γιατί περνούσαν τραγουδώντας
οι λαμπεροί μεταλλικοί στρατιώτες;

Γιατί σκορπούσαν φως και παραμύθι
οι αόρατες αγερικές καμπάνες;

Γιατί κρεμούσαν στα κλαδιά λευκά στεφάνια
οι μυστικοί αρραβωνιασμένοι;

Γιατί χαμογελούσαν στο όνειρό τους
τα φτερωτά κορίτσια;
[Ορέστης Αλεξάκης,  από τη συλλογή ΤΟ ΑΝΤΙΠΡΑΝΕΣ 1982]

ΠΑΡΟΙΚΟΣ
Καθώς αμάξι γέρικο που τρίζει
το σπίτι προχωρούσε στο σκοτάδι
κουβαλώντας βαρύ φορτίο μνήμης

Μέσα η γριά με το μαβί κεφαλομάντηλο
τα χέρια βουτηγμένα στο ζυμάρι
το κουκούτσι της ψυχής λησμονημένο
στα δικά του βυθισμένα παρελθόντα

Η Μαρία εντεκάχρονη κι ανώνυμη
παρείσακτη στον κόσμο των δικαίων
βιαζόταν κι άνοιγε φεγγίτες
πότιζε αυγές μη ξεραθούνε
ξεδίπλωνε ηλιοβασιλέματα

Πότε πρόλαβε κι αγκάλιασε θημωνιές;
Πότε πρόλαβε και φίλησε μαργαρίτες;
Πότε ταξίδεψε η Μαρία; Και τώρα
εκατομμύρια πρόσχαρες παιδούλες
κρυμμένες στ’ άστρα τους

Θα σου δώσουμε νερό να ξεδιψάσεις μου λένε
θα σου ανοίξουμε κι άλλα μάτια πιο μέσα
έχομε κι εμείς το δικό μας στάρι
εσύ τι ξέρεις από ουρανό

Εγώ δεν ξέρω βέβαια λησμονήθηκα
χρόνια σ’ αυτή την όχθη καρτερώντας
τον σπλαχνικό ψαρά που θα με βγάλει αντίπερα

Εκεί που κύλησε το πρώτο πορτοκάλι μου
εκεί που τα παιδιά βρήκαν τον κήπο τους
κι οι γέροι με μια φλόγα πάνω στο κεφάλι τους

μοιράζουν κάστανα στους ξυπόλητους

PASSATO LA FIESTA
Έρχομαι λοιπόν ουρανέ μου

Ιδού εγώ επιστρέφων
ιπτάμενος
στα φτερά μιας σεμνής πεταλούδας
ή στη ράχη της ελι-
κόπτερης μέλισσας
Σε πολιτείες ημίρευστου φωτός
όπου επιπλέουν αγάλματα
σπατάλησα τη σκόνη των ημερών
Συγκόμισα καρπούς – άμμο και χιόνι
και πίκρα πολλή των διόδων
Τώρα ωριμάζω προς τη μοναξιά
Χαίρετε μικρά θαύματα της ύλης
Το σώμα μου μικραίνει λιγοστεύω
δεν έχω σώμα πια να κατοικήσω
Ελαφρά αναθρώσκω προς το άπειρο
…………………………………
Σημείωση για το σκηνοθέτη:
Εδώ
ακούγονται υπόκωφοι κρότοι
μια φούγκα εγχόρδων στο βάθος
ωχρά κλάξον κι απόμακρες
ιαχές Αναστάσεων
Σταθερά κι ανεπαίσθητα
η σκηνή σκοτεινιάζει

… Και πόσο βάθος Κύριε σ’ ένα τρίμμα αγάπης
και πόση μουσική ουρανών σε πάμφθηνα πράγματα

ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ:  Εμφανίστηκε αργοπορημένος αλλά ώριμος στα Γράμματα και κατόρθωσε η ποίησή του να γίνει γρήγορα αναγνωρίσιμη για την ιδιαίτερη μουσικότητά της, την υποβλητική της ατμόσφαιρα και τη σκοτεινή γοητεία της, για τις αιφνιδιαστικές διανοίξεις της στον κόσμο του μυστηρίου. Επηρεασμένος στην αφετηρία του από τον συμβολισμό, ο Ορέστης Αλεξάκης (1931-2015) έγραψε σε ελεύθερο στίχο αλλά αναμετρήθηκε επιτυχώς και με τον έμμετρο και ομοιοκατάληκτο (Νυχτοφιλία, Αγαθά παιγνίδια, Μου γνέφουν). Εξέδωσε δέκα ποιητικές συλλογές, μία συγκεντρωτική έκδοση των ετών 1960-2009 και δύο τόμους με επιλογές από το ποιητικό του έργο. Έγραψε ποιήματα υπαρξιακά, που συνομιλούν με τους νεκρούς και το επέκεινα, παραμένοντας προσηλωμένος στο θέμα των απαρηγόρητων νεκρών και της μνήμης που επιστρέφει· υπήρξε μεταφυσικός και ταυτόχρονα αγνωστικιστής. Κι επειδή ακριβώς η ποίησή του είναι μεταιχμιακή, είναι μια ποίηση με αναγνωστικό μέλλον [από το οπισθόφυλλο του βιβλίου Ο Ποιητής Ορέστης Αλεξάκης ΑΚΟΥΣΙΟΣ ΠΟΝΤΟΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ: συναγωγή ανέκδοτων κειμένων για το έργο του]


Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2018

ΘΑ ΣΚΟΡΠΙΣΕΙ κι η ΑΝΑΜΟΝΗ κι η ΕΡΗΜΟΣ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΗ ΘΑ ’ΝΑΙ ΩΣ ΤΟΥΣ ΠΛΑΝΗΤΕΣ


Ποιος να προφητέψει πια σε τούτες τις κορφές;
Κουραστικό το όνειρο γλιστράει απ’ τ’ αστέρια / σκοτεινοί οι κρατήρες της γης σιγάζουν το χαμό.
Τη βρίσκω την αυγή πάντα με κόπο / χαλώ με το νύχι τις μεγάλες επιφάνειες χωρίς ανταύγεια.
Σκληραίνουν τα νερά / παλιά παραμύθια για αδελφότητες ζώων τελειώνουν στην πέτρα.
Πεθαίνουν οι κύκνοι / ωραίες γραμμές οι λαιμοί / στο κέντρο ο ήλιος.
Περιμένω ν’ αλλάξει ο αέρας / να φέρει φτερά πράσινων πουλιών / χελιδονόψαρα, καλαμπόκι / άγγιγμα απ’ τον Ισημερινό / πορείες για προσκυνήματα στους Τάφους
Υποφέρει ο χρόνος μες στη μέρα και στο δάσος μου το φως / έχασε το μονοπάτι και πέρασε στον ωκεανό.
Τέλεια η απομάκρυνση στην πέρα πλαγιά οι κοινωνίες / κι οι εκκλησιές / γιορτές θάνατοι στην πέρα πλαγιά.
Τρύπωσαν στην τρίχα μου παλαβά στρείδια / αγκάθια μενεξελιά μικρότατα δαιμονικά σκληρίζουν, θορυβούν / πότε δείχνουν την Ανατολή πότε τη Δύση / στραβό με λένε καλό τρελό στην πείνα / με φαντασίες γυμνός στο κρύο… 
Περιμένω το θαύμα / ίσως με το σούρουπο / κάποια καλή μυρωδιά / απάντηση στη δίψα ένα τραγούδι ίσως.
Χλιαρή η ανάσα μου / στα χαμηλά βότανα / μικρά τα ερπετά τρέμουν τη μοναξιά μου.
Αν πεθάνει – σιγομιλούν – θα σκορπίσει κι η αναμονή / κι η έρημος παντοδύναμη θα ’ναι ως τους πλανήτες.
Οι λύκοι θα πηγαίνουν στη θάλασσα – τρομάζουν τα πέλματα στην άμμο.
Όμως μοιάζει η παραλία στην ελπίδα.
Απλώνεται και μένω πιστός.
Όλα εδώ θα φτάσουν με τον καιρό.
Η άνοιξη θα προδίδει / έρχεται από τους υδάτινους ορίζοντες ως τις μυγδαλιές / και τις κιτρινωπές νεκρές αλεπούδες.
Όμοιο το χώμα στρώνει αγάπες και προσκαλεί.
Παλιά ταξίδια στα βάραθρα – ήταν μόνο οι σκιές των αετών από πέρα – κούρνιασαν στο όνειρο / το αρχαίο ζευγάρι πλάθει τους αγρούς.
Φεύγει ο άνεμος βορινός / με θαύματα σκληρότητας.
Εδώ στο ακροθαλάσσι δεν παιδεύουν οι δύσεις / κι είναι ωραίες οι μέρες / με τους καθρέφτες των βυθών στους ουρανούς.
Ας είναι κι έτσι με τη γη.
Στάχυα και χελιδόνια παρασύρουν την αγιοσύνη στην ακτή.
Συντρίβεται στους βράχους
[Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ ΜΟΥ από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΛΥΚΟΙ και ΣΥΝΝΕΦΑ 1963  από τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της ΠΟΙΗΣΗ 1963-2011 εκδόσεις Καστανιώτη 2014 και με ΚΛΙΚ στη φωτογραφία της ποιήτριας ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΙ κι άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή]




ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΙ (στον Ν.Δ. Καρούζο)

Τη μέρα της βάφτισης
μου υποσχέθηκαν
καλή λαμπάδα στον ουρανό
με τα σύννεφα και τους αγγέλους.

Πόνος τα ζώα χωρίς τροφή
στα νυχτερινά χαντάκια
να προσεύχονται στο φεγγάρι.

Πλάσματα γλυκά
ακουμπούνε το πανωχείλι στα νερά
γεννιούνται τα φύλλα
και τα φθινόπωρα
ανεβαίνουν τα χρώματα
σε πρεβάζια αιθέρια
ανθίζουν τα φυτά της μεσημβρίας
ανατολές ευαίσθητες
ημερών λίγων.
Στις ρίζες θάνατος
προάγγελοι του ψύχους τα πουλιά
στέκονται άφωνα
κυκλώνουν τη φετινή μου κατοικία.

Άδηλοι χειμώνες
χαμογελούν οι σοφοί
στους λουλουδιασμένους γκρεμούς
γενναιόδωρες οι εποχές
βαίνουν χλομιάζοντας.

Δε φτάνει ο έρωτας·
άνεμος ανεπίτρεπτος
έρχεται ανεπίτρεπτος
στις ευωδιασμένες στέγες, στους αγρούς
εγκαθίσταται
συνεσταλμένος αυτοκράτορας
ειρηνικής βίας.
Δε φτάνουν
τα σχέδια φυγής
καραβιών σκιές
στις απόμερες γωνιές των παραμυθιών
σεμνοί σταθμοί
ευκάλυπτοι και βαγόνια
π’ αγγίζουν τα νερά ως τα καΐκια.
Δε φτάνουν
οι φωνές τραγουδιστών
γέννα της φωτιάς
και της καλής τρέλας
δε φτάνουν
οι πράξεις που επαναλαμβάνονται:

ελεημοσύνη, μελέτη
στα γνωστά εργαστήρια
ο φόβος, η λιποψυχία των γενναίων
οι κινήσεις της οργής
τα χτίσματα της φαντασίας και του πλούτου
η ταχτική επιστροφή της νύχτας.

Χαράδρες και ποταμόδρομους
ανοίγουνε τα πάθη
βασανισμένα όνειρα
φύλλα παραδομένα στους οργασμούς της γης.
Προπορεύεται η ψυχή των πουλιών
που κυκλικά εγκαταλείπουν
τα ερωτευμένα ηλιοβασιλέματα
αγγίζουν τις πηγές
πριν φτάσουν στο θάνατο.
Δύσκολη
επιμένει η αγάπη
γυναίκα απλή, τρυφερή στα χαμομήλια
σαν ετοιμάζουν τη γιορτή
προσφορές χοές
πράγματα της ευφορίας.

Μέσα απ’ τα πεύκα
εύθραυστο σύνορο
προς τη θάλασσα του Μάρτη
αναχωρώ
με τις ελαφρές πεταλούδες των καρπών
την αναβάθμιση του μετάλλου
ανταύγειες λυπητερές
παλαιών αντικειμένων.

Ξεχνώ και θυμάμαι
τα θυμάρια, τα λουλούδια
χαράζουν οι ουρανοί
κι έχει λιώσει η λαμπάδα της αυγής.

Μακρύς ο δρόμος.

ΤΡΕΙΣ ΕΠΟΧΕΣ: α] Εποχή Ξύλου

Και λέγαμε θ’ ανθίσει το ξύλο
θα μυρίσει ο ανθός
να γεννηθούμε
σαν τα περιβόλια
απ’ τους πατεράδες
τους σοφούς ορίζοντες.

Πρώτες ώρες
χαράματα
πτυχές μόνο απ’ τα σπλάχνα μας
κι ο αέρας.

Κάθε μοίρα να καταταχθεί
κορμοί με χίλιες ζωές
ζωγραφισμένες στην καρδιά.
Τα δάκρυα ακόμα πλάθονται
πηδούσαν απ’ το στήθος τότε.
Σέρνουν τ’ αλέτρι τα σύννεφα
σύδενδρα κι άστρα
σβολιάζουν και μοσχοβολούν.

Πρώτα να στηθούν τα μαντριά
να ξεδιψάσουν τα ζώα
πριν δώσουν το κατά δύναμιν.
Μάχονται οι αετοί στον ουρανό
κι όπου βρέχει αίμα ο πόλεμός τους
μαζευόμαστε σε σιωπή νυκτός
για εκκλησιές.

Όλο πλαταίνουν τα ξέφωτα
χοροστατούν τα παιδιά με το φεγγάρι.
Κι οι νομάδες θα εγκατασταθούν
λίγο έξω απ’ την ξύλινη πόλη
παρουσίας θρησκείας
μοναχικές
να περπατούν τις ώρες
με μαύρα υφάσματα
και μάτια ακόμη άγρια.

ΤΡΕΙΣ ΕΠΟΧΕΣ: β] Εποχή Νερών

Λιμάνια της πέτρας και της σιωπής
ευκολία των νερών
κλείνετε μια κραυγή στο βράδυ
και την αυγή
διηγείστε άλλα
σαν τα πουλιά που ’χασαν
μια επιστροφή στην καταιγίδα.

Πρώτη η Κλεοπάτρα
γνώρισε το ψάρι
την κίνηση του ποταμού
προς τα μεγάλα θηλαστικά
της θάλασσας
που μυστικά μαυλίζονται
στην κίτρινη Σελήνη.
Σημείο ειρήνης
οι καλόγεροι κατεβαίνουν στ’ ακρογιάλι
πατούν τα δίχτυα
το δειλινό.
Ευνοϊκά όλα στην αγάπη
λευκά φυτά τα σώματα
με μαλλιά πλεούμενα ξανθά
στις φωτεινές επιφάνειες
ως τους ορίζοντες.

Ανανεώνονται τα πρόσωπα
τα νεύματα
στο ακίνδυνο πέρασμα του βάλτου
ή στους τόπους
των ατίθασων χειμάρρων.
Μένουμε πια
κοντά στα έντομα
στις αμφίβιες βλαστήσεις
με μια νεράιδα νυχτερινή
πάντα στη στέγη.

Ό,τι κακό σε άρματα
αρπαγές, εκδικήσεις
απαλύνεται με τη βροχή
κι οι νέοι
με κλάδους κι άμμο
στρώνουν τα καλοκαίρια
εκεί στην Κολομβία την ωραία.

ΤΡΕΙΣ ΕΠΟΧΕΣ: γ] Εποχή Ονείρων

Αποκοιμήθηκαν
οι αλεπούδες στις φωλιές:
εποχή ονείρων.
Φορτίο του ανέμου
ένα καημός
ταξιδεύει κατά τη νύχτα.

Ποιος θα τολμήσει πια
προς τις φωτιές
τα σημεία της γέννησης
μια σαϊτιά
μια μαντεία, μια προσευχή
ποιος θα τολμήσει
στον Γαλαξία
και στις αήττητες συκιές;

Αιχμηρός μόνος
λες: Καλό κακό
μέρες θύελλες
στερήσεις αστραπές
όλα ίσια μπρος στο θάνατο.
Εποχή ονείρων:
πως γεννηθήκαμε για το αδύνατο
για το άλλο
ανιστορείς.
Μακριά απ’ το ξύλο τα νερά
τον αγώνα για την ποίηση
παίζουν μοναχικοί οι αστερισμοί
σαν τον ύπνο μας
όπου χαμογελάμε
σε παλιές μορφές κακίας
ή ξαγρυπνάμε στο λήθαργο.

Ανεπαίσθητα κινούμαι
σε υποχθόνιο άνεμο
συννεφιασμένης ζέστης·
καίγονται τα σπίτια μας
με τη βοήθεια του ανέμου
τις πάνινες κούκλες
που καρφώνουμε στην καρδιά
αντί για όσους βασανιστικά
αγαπούμε.

Κι ο χρόνος
που υποσχέθηκε το θάνατο
στις γλυκές ροδιές
ξεχάστηκε
τη συντροφιά ακολουθώντας
της ελπίδας και της ερημιάς
σαν ανταλλάσσουν τη θλίψη τους.

Εποχή ονείρων
εφιάλτες ως το απόγεμα
ή μια χαρά αρίζωτη
αναίτια
τρελή να περιπλανιέται
στις λεβάντες
και τις καλαμιές

καρφώνει λάβαρο στον ουρανό.

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ:  Το Έσω σώμα  ή η αρχή ενός ατελείωτου ταξιδιού: Προσπαθώντας να ιχνηλατήσω τα ορατά και ίσως τα κρυμμένα σημάδια της πορείας της ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ μέσα στον χρόνο, ανέτρεξα στις αρχές αυτής της πορείας, στο πριν από 50 χρόνια εκδομένο πρώτο βιβλίο της Λύκοι και σύννεφα (1963). Η προσοχή μου αγκιστρώθηκε στον πρώτο στίχο της πρώτης ενότητας εκείνου του βιβλίου, της ενότητας «Βύτος και Αλιείη», και στην αφιέρωση της ενότητας. Ο στίχος είναι «Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού» και η αφιέρωση είναι «Του Νίκου Καζαντζάκη». Στο ποίημα ο στίχος εκφέρεται από την ποιητική περσόνα, όπως λέμε, την περσόνα του Βύτου. Κατά μία μυθολογική παράδοση ο Βύτος είναι σύζυγος της Θεάς του έρωτα και της γονιμότητας, της Αφροδίτης. Ο Βύτος και η σύντροφός του, η Αλιείη, η γυναικεία περσόνα, συμπλέκονται στο ποίημα με τον κρητικό μύθο του Μινώταυρου. Τόσο τα μυθολογικά πρόσωπα του ποιήματος όσο και η αφιέρωση της ενότητας στον εκλεκτό και αγαπημένο νονό της Αγγελάκη-Ρουκ, τον Νίκο Καζαντζάκη, σκέφτηκα ότι λειτουργούν ως πρόδηλα σήματα της σύνδεσης της τότε εικοσιπεντάχρονης αλλά και τόσο ώριμης ήδη ποιήτριας με τις πατρογονικές ρίζες του τόπου της και των ανθρώπων του. Από εκεί και πέρα άρχισε η κυοφορία του ποιητικού έργου της και το ρίζωμά του μέσα στον χρόνο με 15 ποιητικά βιβλία – τουλάχιστον έως το 2011 που κυκλοφόρησε Η ανορεξία της ύπαρξης… Ξαναγυρίζω όμως στην αρχή της πορείας και ξαναπιάνω το νήμα του πρώτου στίχου, «Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού», επειδή μου φαίνεται ότι ο στίχος αυτός είναι η άκρη του κουβαριού που μπορεί να μας οδηγήσει έξω από τη σπηλιά του Μινώταυρου, στο φως της ζωής και της ποίησης που διανύθηκαν με την επίγνωση ότι το σώμα είναι η αρχή ενός ταξιδιού ή, για να το πω αλλιώς, ότι «κατά βάθος ο ποιητής έχει ένα θέμα: το ζωντανό σώμα του», σύμφωνα με την πολύ γνωστή ρήση του Σεφέρη από τις Μέρες 1945-1951, που η Αγγελάκη-Ρουκ έβαλε ως επιγραφή στο βιβλίο της Μαγδαληνή το μεγάλο θηλαστικό (1974)… [απόσπασμα από το ΣΧΟΛΙΟ του Ευριπίδη Γαραντούδη στο περιοδικό ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ]