Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

ΕΡΗΜΟΣ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ Ο,ΤΙ ΧΩΡΙΖΕΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ:


Αυτή η γυναίκα έχει μιαν ιερή ηλιθιότητα. Φοβερή στην όψη αλλά τρομαγμένη και από μιαν άπληστη σεμνοτυφία έχει παραγεμίσει όλες τις γωνίες του σώματός της... Άλλο δεν έχει στον κόσμο παρά το λόγο της αδελφής της και σ’ αυτόν συνέχεια επιστρέφει. Πάει να φύγει αλλά τρομάζει και ξαναγυρνά στον λόγο εκείνης:

τώρα αυτή θα μασήσει τις άσπαστες λέξεις της.

Κάθεται κι εξετάζει. ένα.



δύο. Μετά χωρίστηκε στα δύο. Το μέρος που δεν είναι άνθρωπος και το μέρος που είναι άνθρωπος. Μετά που χωρίστηκαν ό,τι δεν είναι άνθρωπος έκλεισε κι έγινε σκληρό.

τρία. τρίτη γεννήθηκε η έρημος. Έρημος ονομάζεται ό,τι χωρίζει αυτό που είναι άνθρωπος από αυτό που δεν είναι άνθρωπος. Έγιναν όλα τρία αλλά ό,τι είναι άνθρωπος θέλει να ενωθεί με ό,τι δεν είναι άνθρωπος.

τέσσερα. Κόσμος είναι ό,τι δεν είναι άνθρωπος. Ο κόσμος έχει την ανάγκη. Ανάγκη ονομάστηκε γιατί αναγκάζεται. Κρύα και παγωμένη φυσά και κατεβαίνει από την φτωχούλα τη σερβία. Έχει αρσενικό όνομα ο Βαρδάρης.

 πέντε. αυτό που υπάρχει αναγκάζεται από αυτό που υπάρχει. Αυτό που υπάρχει αναγκάζεται από αυτό που δεν υπάρχει.

έξη. παθαίνει ο κόσμος κι αυτή είναι η μοίρα του να παθαίνει. Έχτη ξημέρωσε η μοίρα του κόσμου ημέρα Παρασκευή.

εφτά. αλλά η μοίρα του ανθρώπου είναι η πράξη σάββατο.

ένα. καμμία πράξη δεν εμπιστεύτηκε ο κόσμος στους ανθρώπους.  Γιατί ο άνθρωπος χωρίζοντας από τον κόσμο αποκλείστηκε από την ανάγκη. Από την ανάγκη προπαντός εχωρίστηκε.

δύο. Τότε παρουσιάστηκε στο μέρος που είναι ο άνθρωπος η ψυχή του ανθρώπου. Ψυχή είναι η ψυχή του εσφαγμένου. Η ψυχή ονομάστηκε Αύξηση επειδή εξογκώνει με τη βία τις πράξεις των ανθρώπων και με επιθυμία μεγαλώνει τα σώματα των ανθρώπων για να τα ενώσει ξανά με τον κόσμο. Προπάντων με την ανάγκη να ενωθεί. Αυτές είναι δύο φυσικές δυνάμεις. Η ανάγκη είναι του κόσμου και η αύξηση είναι του ανθρώπου.

τρία. πέθανε η αδελφή της η Κυριακή. Κλείσε πάλε κλείσε κλείσου! μικρό πραγματάκι κλείσε τα μαλακά σου φύλλα. Μόλις που τα ακουμπά αυτή κι απαλά κι απαλά τα ακούμπησε αυτή και τώρα φεύγει και σ’ αφήνει αυτή πάει κι αποτραβιέται και πια δεν θα ξαναφανεί

όποιο κι αν είναι το τέλος του πολέμου

το αληθινό τέλος του πολέμου είναι δικαιοσύνη

είπε η γυναίκα με σπαραγμένη ανακούφιση.

 [αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ, έκδόσεις Κέδρος 1979 - Art by Paul Gauguin Here We Make Love 1893]

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2018

ΤΩΡΑ ΜΕΣΑ ΑΠ’ ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΜΟΥ ΠΕΡΝΑΣ ΜΕ ΑΝΟΙΓΜΑΤΑ ΕΡΗΜΙΑΣ ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΧΡΥΣΑ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ

…σαν ήλιος μεσ’ από κοφίνια που τα ξεπάτωσε η σιωπή, αμνημόνευτη αλλιώς σ’ αυτούς τους τόπους.
Για κείνο το άσπρο ανάμεσα του τρία και του τέσσερα χρεώθηκα βροχές
το αίμα δυο ασβών πίσω από σκοίνα και μια γονυκλισία μέρες του Ακαθίστου,
να μην είναι θάνατος ούτε ενωμοτία του Σεπτέμβρη ούτε η μπόλια του μεσημεριού απλωμένη ανάμεσα του ύπνου των αλόγων.
Έτσι θα περιμένεις Μάη Ιούλιο ίσως και Αύγουστο
κάνε δυο δεκαετίες με κολεόπτερα και βάλε μπορεί και αιώνα
μήγαρις βγω από νερά αλλοιωμένος και γίνει φως και γίνει σκότος
ημέρα πρώτη της δημιουργίας
[ΤΡΟΧΙΑ από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΔΙΗΓΗΣΗ και ΠΑΡΕΞ ΟΤΑΝ ΠΕΡΝΟΥΝΕ ΟΙ ΑΝΕΜΟΙ κι άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή μετά την εικόνα – ART by  michael maier]



ΠΑΡΕΞ ΟΤΑΝ ΠΕΡΝΟΥΝΕ ΑΝΕΜΟΙ (από την ποιητική συλλογή ΔΙΗΓΗΣΗ)
Όταν την έρημη οδό προς Ελευσίνα
περνάς η έπαρση μέσα σε πεύκα και Αθηναίος
κι είναι πρωί δυο μέλισσες
ποιο χτεσινό χειρόγραφο
ποια εφηβεία των πενακοσιομέδιμνων
που να σου βγει του ονείρου στο θαλασσί
και στη φευγάλα;
Το βράδυ η Κυριακή αιμάτωμα
σακί της σόγιας τρίριγο
σ’ ανήλιαγα του τελωνείου
φαρμάκι και φαινόλη σ’ επιστρέφει.
Ισθμοί κορίνθιοι, τα Μέγαρα ορνιθοειδή
οι βάρβαροι από Αριμαθείας με κύμβαλα
και οι σημαίες της Mobil σε κηδεύουν.
Τα μάτια φαγωμένα από αρθρόποδα
η κνήμη έξω απ’ την άρμη μαρμαρένια
οι πέτρες της φραγκοκρατίας επίμονες
και τα φύκια ως κάτω.
Ποιος είπε τις επιστροφές
μυστικό των βράχων;
Τώρα προς Αθηνά η οδός με απανθρακώσεις
γυλιοί παγούρια οροπέδια Νεστοριανών,
τα γεωφυσικά ελεγεία του Μίμνερμου
όλο το χαρτικό της επιμελητείας
άχρηστο
ο λόχος αιφνιδιασμένος που σκορπάει
προς Ασπρόπυργο
οι φαντάροι που ρίχνονται σε θηλυκά
αγελαδοτρόφων
στον ουρανό ιλιγγιώδης η υψικάμινος
ή πώς ανάβει τα μέταλλα ο νόστος
τέτοιος όλεθρος.

Το μόνο που σώθηκε η φυτεία στουπιών
περνά του σκοτωμού μ’ ογδόντα μίλια
ξυστά στο πλάι σου
μετά η στροφή,
και που χάνονται στάχυα σ’ ανηφόρες
χύνεσαι διάμεσος σκιών
που αγγίζεις σκεύη του μαρτυρίου
μη απτόμενα
που προσφωνείς με αριθμούς
το πολύ με ενώσεις του άνθρακα
τον αυτοκράτορα
που τρώει το χέρι του ή τα πιθάρια του
και τη διαταγή του να μην ηχούν
οι σαλπιγκτές
πάρεξ όταν περνούνε άνεμοι πρίγκιπες
ή Αθηναίοι…

Έτσι με τις πληγές των Κυριακών εριστικός
ποτέ δε βρίσκεις βραδινές εφημερίδες
να λέμε για αφαιμάξεις.

Sequence – στον Φίλιππο Βλάχο - (από την ποιητική συλλογή ΔΙΗΓΗΣΗ)
Σήκωνε ψηλά στα χέρια το κεφάλι του
κομμένο
σαν που βγαίνουν τα άγια ή σαν
που πριν τη μυστηριακή φωνή
ψίθυροι κωδωνίσκων και θυμίαμα
σε γονατίζουν.
Έτσι βάδιζε, ακέφαλος σαν ιερέας.
Λογάριαζε μ’ ένα δύο φεγγάρια
το πολύ με τρία
να προφτάσει
να μη βγάλει άχνα
βδομάδες τώρα στανικώς για μύηση
σε απομονωτήρια να πει ένα σκέτο ναι.
Δε λέει.

Ίσα πέρα μύριζε καμένη λέξη

Γι’ απόψε των τετράπλευρων
είναι πάλι να πεθάνομε οι χθόνιοι και πάλι.
Θάλασσα έφιππη ντυμένη σίδερο
με φουσκάλες και ανίκητους λογάριθμους.
Η θάλασσα ορθωμένη στους αναβατήρες
με σπιρούνια του τετράρχη
ανασέρνει από τους βυθούς καινούργια ονόματα
λέει το Θεό γείσο του αγέρα
τον άρτο γέφυρα
το αίμα ξέφωτο με καναρίνια…
Τι είναι τότε που ξεσέρνει στη διάρκεια
και σφαδάζεις άσπρος ανθρακίτης;
Να, κι αυτό σε βάρος σου:
γύμναζες λέει εννιά οργιές σκυλί τον άναρχο
ν’ αλυχτάει την περίπολο τη δυναστεία
το δάχτυλο που βρωμά και ζέχνει
και που πανάθεμά το ακόμα δείχνει
κι ενώ δεν είναι να ειπωθεί πια τίποτα.

Πήρα λοιπόν μονάδα το διηνεκές
εκείνο το σχιστόλιθο: που έλειπες
σάματις είχα κι άλλο;
Έτσι άρχιζε η αρίθμηση το ξήλωμα
φάνηκαν τα καρφιά , τα σημάδια από
το συρματόσκοινο,
όλος μου ο πέμπτος θάνατος
να σφυρίζει ένα σκοπό: γυαλί και φλόμος
ανάμεσα σε παράλληλες.

Ο άλλος συνέχεια βάδιζε άχρονος πια
σφαγμένος, λάμνοντας με τα ξεφτέρουγα
σπίθιζε το κεφάλι του σα δισκοπότηρο
κι ανέβαινε κι ανέβαινε:
-…Τη σεξουαλική υψικάμινο
ξεφώνισαν οι θυμικοί.
ένας μόνο στωικός: Τις λαμπηδόνες, είπε
-Τούτο εστί το σώμα μου χίλια κομμάτια
κοπετός που πάει τραίνο ή τουφεκιά
ξερνώντας ονόματα και βράχια
που μουσκεύει με το σύννεφο
που τρώει του ήλιου το ψωμί
κρυφά απ’ το σιαμαμίθι
μην τονε δουν και μην τονε γνωρίσουν
και μη ρωτάς που τα μάτια του είναι
κοιμητήρια.

Ευθεία σημαίνει να είσαι ηλεκτρόδιο
να είσαι η ρίζα
η ανατίναξη ένα χιλιοστό απ’ το φιτίλι
μες στο τρισάγιο ο λάκκος απ’ τα κόκαλα
εκείνος που χτυπούσανε πισώπλατα
κι ο άλλος που σύρθηκε ως μέσα στο σκυλί
που ύστερα προσχώρησε στα δένδρα,
ω νύχτα οστεοφυλάκιο μου.

Τι τρίξιμο, τι ράγισμα
που καταδέχτηκεν ετούτη τη φορά
να τους ε φτύσει.

Η ριπή ούτε που ακούστηκε μες στους
αιώνες

Μ’ ένα λοιπόν με δυο με τρία
τώρα λογάριαζε με φεγγάρια ατέλειωτα
κι εκείνος το βιολί: να περνά καταμεσί
η συνέχεια
ή κίτρινος
σφαγμένος.

ΜΕ ΤΑ ΔΙΣΕΓΓΟΝΑ ΤΩΝ ΦΕΓΓΑΡΙΩΝ (από την ποιητική συλλογή ΔΙΗΓΗΣΗ)
Να λες αναφορά σε λεπτά μικρόγραμμα
κάθε που η λιανή γραμμή σβήνει
σε ψύχα μάρμαρο
όπως η κνήμη ας πούμε του κουπολάτη
Αλκέτα δυτικά του Λεπάντο,
ή όπως ρίχτηκε απ’ τα ψηλά του Ακροκόρινθου
κάτω στα βράχια φτύνοντας Φράγκους
η φωνή μου
κι από βυζαντινούς μονάχα ο Σγουρός
ακολουθώντας
στα χίλια διακόσια οκτώ αυτόχειρας.

Πώς μέσα σε βυθισμένα σύννεφα;
πώς άναβε ως την στιγμήν ετούτη η μνήμη;
λες και ήτανε πάνω σε λυχνοφάναρο του
Έπαρχου ν’ αναπλέεις ρωγμές της θάλασσας
ή Ενετίες από μολύβι κι ύστερα ρωτάς:
-Πώς τάχα φέγγουνε οι βυθοί;
Πώς σέρνει η μοναξιά φωνή και πάει ολόισα
από τους προσωκρατικούς
ω τον Αντιοχέα Μαρκούζε;
Είπανε πως μια τέτοια ακροβασία
όπου να ’ναι συνεχίζεται ιδιωτικός πυρετός.
Για το που λύνουν οι αρμοί στο σπίτι μας
κι οι κλυδωνιές
δε λένε λέξη
ούτε που ανάμεσα σε Φιλισταίους
κι εταιρείες πετρελαίων ταξιδεύει η πέτρα.
Το που καταμεσί της πέτρας
με τα δισέγγονα των φεγγαριών
όλο και οραματίζομαι μια σύναξη
την τρέλα του ήλιου να γεννά
φωνήεντα της Μονεμβασιάς
δεν θα το ιδούνε.
Αυτό δε θα το πουν.

[Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα που μας ξέσκισαν τον νου; Δεν υπάρχουν ξίφη για άλλες πληγές; Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσαμε τα κυανά όνειρα των φτερών τους; Ποιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχουμε; Σφαγμένη εντός μας μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει. Αρχέγονο εργαλείο πλειστόκαινο μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου, απλώνει ο χρόνος στο λιθόστρωτο… Πού θα πιάσει ρίζα αυτό το σπέρμα; Εντός μου η νύχτα ταξιδεύει στα ύφαλα του ονείρου – τέτοιες επιλογές στίχων από τις συλλογές Έκτορα Κακναβάτου για σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό σου γήινο αίμα… και μόνο ένα βήμα μένει κατά σένα η μελλούμενη πορεία αξία έσχατη, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω!.. Δικό σου είναι αυτό που αναζητώ που ούτε σχήμα έγινε ούτε καν νόημα μα εντός σαλεύει]

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2018

ΝΑ ΞΕΧΝΑΣ ΑΝΟΙΧΤΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ


Στ’ αγκίστρια του απογέματος, στ’ αγκάθια των χρωμάτων, έχουν πιαστεί και κρέμονται εικόνες. Απ’ τη ζωή μας μέσα κι έξω από τη ζωή μας και σπαρταράν χωρίς αλληλουχία:
εικόνα μιας βροχής και δίπλα εικόνα γέφυρας βράδυ και, στη σειρά, εικόνα προσώπων, χωρίς όχθες και χωρίς πέρασμα.
Αλλά λίγο να τις κουνήσει ανόητα ο άνεμος συγχέονται.
Κι έχεις μια εικόνα προσώπων πάνω σε γέφυρα βράδυ με βροχή.
Στ’ αγκίστρια του απογέματος, στ’ αγκάθια των χρωμάτων, έχουν πιαστεί και κρέμονται αποσιωπητικές εικόνες.
Κρέμεται μια εικόνα παράθυρου.
Τα κουρτινόφυλλα σπαρμένα με κατιόν φθινόπωρο όλο από πλατανόφυλλα.
Εικόνα ενός χεριού που πνέει σαν άνεμος παλινορθώσεως των φύλλων.
Εικόνα και το μεγάλο κύμα χρόνου που ορμάει και σε παίρνει, γιατί κάθε φορά ξεχνάς ανοιχτή του ονείρου την πόρτα.
Τι με λυπεί, τι με λυπεί;    
[ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ 1990. Ο διάλογος της Συνείδησης με τη Ματαιότητα, της Μνήμης με το φευγαλέο της Ύπαρξης βρίσκει εδώ την καλύτερή της ίσως έκφραση με τη λιτότητα του λόγου να συναγωνίζεται την πρωτοτυπία και τη δραστικότητά του. Για του λόγου το αληθές ανθολογούνται από αυτή τη συλλογή τα ποιήματα ΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΥΣΙΩΝ, ΚΑΛΧΑΣ και ΕΝΑΝΤΙΟΔΡΟΜΙΑ όπου η ποιήτρια γράφει τα αποσιωπητικά συνθήματά της στους τοίχους των ονείρων: «κάτω τα ξημερώματα των ορνιθοτροφείων, κάτω η φαυλοκρατία των ελπίδων»!.. «Ησυχία» κραυγάζει, όμως, στο άλλο ποίημα. «Όποιος πνίγεται δεν φωνάζει πάντα βοήθεια». Κουράζουνε πολύ σχέδια και προσχέδια προθέσεων. Έτσι κι αλλιώς, στην «ψυχή δεν φτάνει κανείς ούτε δια ξηράς ούτε δια θαλάσσης»




ΣΤΗ ΨΥΧΗ ΣΟΥ ΔΕΝ ΦΤΑΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΟΥΤΕ ΔΙΑ ΞΗΡΑΣ ΟΥΤΕ ΔΙΑ ΘΑΛΑΣΣΗΣ (Ησυχία!.. Κουράζουνε πολύ οι αφοσιώσεις, ακόμα κι όταν είναι σε προσχέδιο: Γη των Απουσιών, Κάλχας και Εναντιοδρομία από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ):

ΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΥΣΙΩΝ
Τώρα θα κοιτάζεις μία θάλασσα.

Η διάθεση να σε εντοπίσω
στη συστρεφόμενη εντός μου γη των απουσιών
έτσι σε βρίσκει:
πικρή παραθαλάσσια αοριστία.

Εκεί δεν έχει ακόμα νυχτώσει
κι ας νύχτωσε τόσο εδώ
των τόπων οι κρίσιμες ώρες
σπάνια συμπίπτουν.
Κάτι σαν φώς και ούτε φώς,
η ώρα του εαυτού σου έχει πέσει.

Χορεύουν φύκια
κάτω απ το τζάμι του νερού.
Τα ρηχά, έχουν κι αυτά
τα βάσανά τους και τα γλέντια τους.

Τώρα, θα έχουν λύσει τα μαλλιά τους
οι αγνές ησυχίες τριγύρω
με τη σιωπή σου θα τις κάνεις
γυναίκες σου εκπληρωμένες.

Ξαπλώνουν δίπλα σου.
Η σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στον αέρα
κι ανεβαίνει. Σε κρατάει στο ράμφος της.
Που ξέρω εγώ τα ευαίσθητα σημεία του πελάγους
για να σε καταλάβω;

Θα κοιτάζεις μία έρημη θάλασσα.
Το βλέμμα σου δεν παραλλάζει
από πλαγιά που γλυκά
και με ανακούφιση σκουραίνει
κατρακυλώντας μες στην απομάκρυνση.
Αναπνέεις με το στέρνο των μακρινών ηρεμιών,
που έχω γι αυτές διαβάσει
στους πολύτομους κόπους που έδεσα.
Σ' ένα αβαθή σου στεναγμό βούλιαξε ένα βαπόρι.
Δεν θα ήτανε βαπόρι. Θα ήτανε σκιάχτρο
στα υγρά περβόλια της φυγής
να μην πηγαίνουν οι διαθέσεις
να την τσιμπολογάνε.

Η τερατώδης του πελάγους δυνατότητα,
η κίνηση του πλάτους,
φθάνει στα πόδια σου αφρός,
ψευτοεραστής στα πρώτα βότσαλα.
Τούς σκάει ένα φιλί και ξεμεθάει.

Τώρα, θα σου έχουν πει ό,τι είχαν να σου πουν
Οι αναδιπλώσεις των κυμάτων
και θα επιστρέφεις κάπου.
Θα παίρνεις κάποιο χωματόδρομο,
μία άλλη άπλα,
αλλού γυμνή κι αλλού ντυμένη με βλάστηση.

Η σκέψη σου, μετά από τόση θάλασσα,
κατέβηκε από γλάρος,
βάζει το δέρμα της προσαρμογής και χάνεται.
Όπου είναι θάμνος, πράσινη
όπου σκοτεινό, σκοτεινή.
Εκεί που οι καλαμιές σπέρνουν ψιθύρους,
ψιθυριστή,
όπου περνάει ρίζα, ριζωμένη
όπου κυλάει ρυάκι, ρέουσα
κι όπου δαγκώνει η πέτρα, πέτρινη.

Στην ψυχή σου δεν φθάνει κανείς
ούτε δια ξηράς ούτε δια θαλάσσης.

Αυτό το δισκίο,
το ακουμπισμένο στο μαύρο ατμοσφαιρικό τραπέζι,
πού το περνάς κι εσύ, όπως κι οι άλλοι, για φεγγάρι,
ασ' το, δεν είναι φεγγάρι.
Είναι το βραδινό μου χάπι
το ψυχοτρόπο.
 (από τη συλλογή της Κικής Δημουλά  ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Εκδόσεις Στιγμή 1990)

ΚΑΛΧΑΣ
Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
βοηθάω τη νύχτα να μακραίνει,
να πλαταίνει,
να σβήνει τα χαραμοφάικα φωτάκιa.

Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
γυμνάζω μαύρα «αποκλείεται»
εξαπολύω γυμνασμένα «αποκλείεται»
και ξεσκίζουν κάτι άστρα τελευταία.

Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
αλλάζω φύλο, γίνομαι σκοτάδι.
Πού θα μου πας λιποψυχία,
κάπου θα σε πετύχω
τώρα που ορκίστηκα άυπνη.
Τα υπνωτικά μου μιλιγκράμ
αγγελικά κοιμούνται
κι ο εγκέφαλος μου ξαγρυπνάει
και γλυκά τα νανουρίζει.

Δεν κοιμάμαι, κοιμάμαι,
βοηθάω τη νύχτα να μακραίνει,
γράφω συνθήματα στους τοίχους των ονείρων:
κάτω τα ξημερώματα των ορνιθοτροφείων,
κάτω η φαυλοκρατία των ελπίδων
«και σπίτια θα σας χτίσουμε
και δρόμους θα σας κάνουμε
και βροχή θα σας φέρουμε
κι ανέμους, κι ανέμους».

Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
περιμένω κάτι αποβράσματα σκοτάδια
να μπω στο ρετιρέ του Μάντη Κάλχα.
Θα τον σκοτώσω.
Με βούτηξε  σ’ ολόκληρη θυσία
για να πνεύσεις.
Μα εσύ κουρνιάζεις, άπνοια,
πάνω σε κάθε προφητεία
με το πάσο σου.
(από τη συλλογή της Κικής Δημουλά  ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Εκδόσεις Στιγμή 1990)

ΕΝΑΝΤΙΟΔΡΟΜΙΑ
Το φως είναι χαλασμένο είπες.
Κάποιος διακόπτης πάλι στη μέση.
Αλλά δεν φοβάμαι.
Ξέρω των σκοταδιών τους νόμους.
Θα βοηθήσουν και οι γρίλιες.
Οι φωτισμένες γρίλιες στο ταβάνι
όταν περνάνε τ’ αυτοκίνητα στο δρόμο.
Τρομερά βιαστικές.
Σαν να υπάρχει άλλος κόσμος,
πιο φευγαλέος από τούτον,
και τρέχουν να τον μικροκρύψουν.

Στη βιβλιοθήκη μια μικρή θεά των Κυκλάδων
με τα χέρια σταυρωμένα.
Στόμα και μάτια
είναι συμφωνημένο να μην υπάρχουν.
Ελλειπτική εποπτεύει
κι αυτό ρίχνει ένα φως.
Πιο εκεί, δεύτερη όραση
υψώνονται τα κιάλια.
Άραγε
πόσο κοντά ό,τι σου αντιστέκεται το φέρνουν
και πόσο το αξεδιάλυτο
πιο καθαρό το πλησιάζουν;
Ποτίζεις φαίνεται συχνά τους τοίχους με ρέμβη
κι ευδοκιμούν εδώ κι εκεί φωτογραφίες.
Στο άναμμα ενός σπίρτου
προφταίνω να δω ένα αγόρι.
Σε κατακόρυφη νεότητα ανεβαίνει
ώσπου χάνω τα ίχνη του σε άλλες ηλικίες.
Σε άλλη φωτογραφία
αστράφτει ο ασβέστης μιας κολόνας,
που, ελπίζω, αυλή προσδιορίζει,
πόδι κληματαριάς είναι,
βήμα ίσκιου μεσημεριάτικου
σε προϋπάντησή σου!

Οι φωτισμένες γρίλιες στο ταβάνι
μεγάλη βεντάλια που μόνη της κλείνει –
κάποια ζέστα τελείωσε.
Στο σβήσιμο του σπίρτου
βουλιάζει ένα καράβι από σμάλτο.
Ησυχία!
όποιος πνίγεται δεν φωνάζει πάντα βοήθεια.
Μια βαλίτσα στην άκρη,
γεμάτη, θα φύγεις;
Θα φύγεις;
Στο άναμμα του σπίρτου
από την πίσω πόρτα της σιωπής σου
φεύγεις.
Στο μεγάλο παλιό ξυπνητήρι
όλα βαίνουν καλώς.
Η δωδεκάτη κάπως ξεφτισμένη,
όπως είναι σε κάθε ρολόι.
Όσο μπορεί αργεί ο γέροντας δείκτης
κι όσο μπορεί μεθάει ο άλλος,
τρεκλίζοντας προχωρεί και στηρίζεται
στα μικρά των στιγμών μαύρα κάγκελα
να δώσει της ώρας το πέρασμα
στην πλήρη λεπτομέρεια του.

Στο σβήσιμο του σπίρτου
έχεις μισοξαπλώσει
Φωσφορίζουν οι παντόφλες ανάποδα:
του αριστερού ποδιού δεξιά.
Πώς θα ξεκουραστείς
στην εναντιοδρομία;
Οι φωτισμένες γρίλιες στο ταβάνι
φυσαρμόνικες που τεντώνουν
να βρουν την κάτω-κάτω νότα ενός τρόπου.
Στενό και μακρύ το κρεβάτι,
σοκάκι του ύπνου.
Τα χέρια σου προβαδίζουν χαλαρώνοντας
Στο δρόμο τα ερωτεύεται η απομάκρυνση.

Στο άναμμα ενός σπίρτου
έκανες την ευγενική προσπάθεια
να φτιάξεις μια φράση μικρή με λέξεις
που τις κερδίζουμε καμιά φορά στα ζάρια.
Μαζί πάντα πήγες να πεις.
Στο σβήσιμο του σπίρτου αποκοιμήθηκες.
Κουράζουνε πολύ κι αμέσως οι αφοσιώσεις,
ακόμα κι όταν είσαι σε προσχέδιο.
Όπως τους Μαθητές Του.
Λοιπόν κοιμήσου!
 (από τη συλλογή της Κικής Δημουλά  ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Εκδόσεις Στιγμή 1990)

[επιλογές λέξεων από την ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΜΑΖΙ στο ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ της Κικής Δημουλά. Λοιπόν, κάποια φορά ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ, στου σεντονιού τις όχθες, ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ. ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ο φιλοπαίγμων μύθος μας ακολουθεί, εκτός αν κλαίει το φεγγάρι οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι το «Διότι» να ρωτήσω τι συμβαίνει. Μη φοβάσαι, είσαι ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ ΗΧΟΥ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΕΩΝ. Γι’ αυτό πάρε μαζί σου για σιγουριά την απαίτηση να μην σ’ αγγίξω διόλου και σου υπόσχομαι εγκαίρως να ξυπνήσω ώστε να μην σε πάρει είδηση ο ύπνος σου ότι λείπεις. ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ - παιχνίδι λέξεων με τους τίτλους των συλλογών της Κικής Δημουλα]