Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018

ΜΟΝΟ ΤΟ ΦΙΔΙ ΞΕΡΕΙ ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ Ν’ ΑΛΛΑΖΕΙΣ ΤΟ ΠΕΤΣΙ ΣΟΥ, ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΤΟΥ ΠΕΡΙΣΣΕΥΕΙ ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΙ:


Η Ελλάδα που λες, δεν είναι μόνο πληγή.
Στην μπόσικη ώρα καφές με καϊμάκι, ραδιόφωνα και Τι-Βι στις βεράντες, μπρούτζινο χρώμα, μπρούτζινο σώμα, μπρούτζινο πώμα η Ελλάδα στα χείλη μου.
Στις μάντρες η ψαρόκολλα του ήλιου πιάνει σαν έντομα τα μάτια. Πίσω απ’ τις μάντρες τα ξεκοιλιασμένα σπίτια, γήπεδα, φυλακές νοσοκομεία, άνθρωποι του Θεού και ρόπτρα του Διαβόλου, κι οι τραμβαγέρηδες να πίνουν μόνοι κρασάκι της Αράχοβας στυφό.
Εδώ κοιμήθηκαν παλικαράδες με το ντουφέκι τους στο ένα τους πλευρό, με τα ξυπόλητα παιδιά στον ύπνο τους.
Τσεμπέρια καλοτάξιδα περνούσαν κι έφευγαν, κιλίμια και βελέντζες της νεροτρουβιάς.
Τώρα γαρμπίλι κι άρβυλα σε τούτο το εκκοκκιστήριο των βράχων κι οι τραμβαγέρηδες να πίνουν μόνοι κρασάκι της Αράχωβας στυφό
[Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΥ ΛΕΣ από τη συλλογή του Μιχάλη Γκανά ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ 1978 – συγκεντρωτική έκδοση ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978-2012 εκδόσεις Μελάνι 2013



ΑΤΑΦΗ
Παράξενη λιτανεία μυστικών αγίων
στους δρόμους μιας πολιτείας πόρνης.
Τα μάτια τους βαθιά, φωσφορίζοντα,
τρελαίνουν τα σκυλιά και τους  νοικοκυραίους.
Μια φυλή ονείρων επαναπατρίζεται στο αίμα μου,
λίκνο της πιο μεγάλης ξενιτιάς,
πονεί το αίμα μου σαν μυρμήγκι πληγωμένο,
απαρατήρητο, υπόγειο, εργατικό,
το αίμα μου αποκρίνεται σε καθετί που αγγίζω.

Βαθαίνεις την αφή μου ανυπόφορα,
μουσική πατρίδα,
άταφη σ’ όλα τα τραγούδια μου.

ΠΑΤΡΙΔΑ ΒΟΥΡΚΩΜΕΝΗ
Πατρίδα βουρκωμένη από κισσό,
βουνά που σου γυρνούν την πλάτη.
Να πεις πως ξενιτεύεσαι,
να ρίξεις πέτρα,
βρίσκει στο ίδιο σου κεφάλι.
Γρηγόρη, Πέτρο, Νικηφόρε,
δημοδιδάσκαλοι της Θεσπρωτίας,
οι μαθηταί σας διαρκώς μειούνται,
τα δημητριακά μας λιγοστεύουν,
θα πούμε το ψωμί π-σ-ω-μ-α-κ-ι.

ΧΑΜΕΝΕΣ ΟΙΚΕΙΟΤΗΤΕΣ
Το ντέφι μοναχό, χωρίς κλαρίνο, χωρίς πλατάνι, να εκρήγνυται κάπου βαθιά, σμπαράλια να γίνονται τα μεσημέρια.
Φωτεινό πεινασμένο γεράκι, να γράφει κύκλους πάνω απ’ τον κόκορα, να του δίνει μια με το ράμφος, ν’ ανοίγει το καύκαλό του κι οι κότες πιο δίπλα να βοσκάνε στουρνάρι για να θωρακίσουν το σπέρμα του.
Ψηλά-ψηλά τα χελιδόνια χαύοντας μύγες, πετσοκόβοντας τον αέρα πέρα δώθε, αλλά το γαλάζιο ανέπαφο, να σαλπίζει ουρανό ως το σούρουπο.
Περαστικά μας τώρα. Στα σπάρτα οι μνήμες, στις πολυκατοικίες τα υφαντά τους. Χερσαία όνειρα, αποτυπώματα Πελασγών – Κρητών – Τούρκων – Φράγκων – Σλάβων – Άγγλων – Αμερικανών, τι μπατανίες, Θε μου, τι μπάντες για λογής κρεβάτια, σκοντάφτει εκεί το νυσταγμένο μάτι κι ύστερα σαν ανθρακωρύχος χάνεται στις στοές του ύπνου. Άξαφνα μύτη με πρώρα εσύ κι ένα λευκό καράβι περνάει ανάμεσα στα μάτια σου, χωρίζοντας το αίμα σου στα δύο.
Βαθιά μες στην καρίνα του τα τύμπανα των Αλτζερίνων και πιο βαθιά η άγκυρα που πρήζεται μες στην καρδιά σου.

ΒΟΗΘΟΣ ΓΚΑΡΣΟΝ
Πενηνταράκι, φράγκο, δίφραγκο,
πάνω σε κέρματα κυλάει η ζωή.
Μπαχτσίσι, χαρτζιλίκι, φιλοδώρημα,
γήπεδο, σινεμά, μπορντέλο
και μεσοφόρι για την αδελφή.

ΚΑΛΟ ΦΕΓΓΑΡΙ…
Καλό φεγγάρι λέω,
χρυσό χαλίκι στο βυθό του ονείρου σου,
με μάτια που πονούν απ’ τη αγρύπνια,
καλό φεγγάρι λέω,
μα ποιος θ’ ακούσει τούτο το τραγούδι.
Καλά-καλά γιατί να τραγουδώ,
μέσα στις χούφτες μου κρατώ τον άνεμο,
ξέρει πολλά πανιά, ξέρει πολλά μαντίλια,
δεν έχει διάφορο κανένα,
αν χρειαστώ τσιγάρα,
θα δανειστώ απ’ το γιατρό το φίλο μου.
Οι φίλοι ξέρεις λιγοστεύουν,
γίνονται δικηγόροι, γιατροί, καθηγητές,
ξαφνιάζεσαι μια μέρα,
αρχίζουν να μιλάνε γι’ αυτοκίνητα,
ταξίδια στην Ευρώπη,
αυτά δεν είναι άσχημα,
μονάχα ασυνήθιστα, πρωτάκουστα.
Ξαφνιάζεσαι μια μέρα,
κοιτάζεις μες τα μάτια μιας γυναίκας,
όποιας γυναίκας,
λες σιγανά παλιούς σκοπούς,
«Θα φύγω το χειμώνα γέρνοντας λίγο αριστερά
από το βάρος της αγάπης σου»,
θυμάσαι πόσο σου ’λειψε η δίδυμη καρδιά της,
χαράζεις στίχους, λες σιγανά παλιούς σκοπούς,
«Λιγνό μου κυπαρίσσι, σ’ ονειρευόμουνα τρεις νύχτες»,
κάποτε να τα σιχαθείς ετούτα,
να μη βουλιάζεις τη ζωή σου
μέσα σε τόσες λεπτομέρειες.
Πάλι γυρίζει το φεγγάρι,
καλό το λέω και γεμάτο μνήμες.
ήσυχοι νυχτωμένοι λόφοι της πατρίδας,
μες στην παλάμη της βροχής
στεγνές νησίδες τριζονιών,
φωνές της νύχτας ως κάτω στο ποτάμι
με τα πλατάνια και το νοικοκυριό των βατραχάδων.
Αν κάποτε υπάρξεις
καρπίζοντας τη μήτρα που σου ετοίμασα,
θα ’χεις καλάμια για πολλές χαρές,
θα ’χεις τα μάτια που σου τάζω
και μια καρδιά που θα με πνίξει με το αίμα της

Δεν υπάρχουν σχόλια: