Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2019

ΣΥΝΑΞΗ ΣΤΟ ΝΑΟ ΤΟΥ ΗΦΑΙΣΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΦΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΡΜΙ


Άφηνα πάντα το καλό στο τέλος
ένα ζελέ όλο παλμούς δαγκώνοντας το μπράτσο της
μα του Θεού το δεκανίκι σύριγγα για μαλακά μυαλά
δίπλα τσίγκοι μουντοί συρτάρια που ανοιγόκλειναν του ηλεκτρικού
ναός του Ηφαίστου δηλαδή Θησείο κουτσή ηδονή εσάπισε τα δόντια μου.
Σύναξη στο ναό για το λευκό
ποιητές γυαλίζουν στη λιακάδα οι χωρίστρες τους.
Είπεν ο κούτσαυλος Σαλώμη ω παρανυχίδα ω νύχι βαμμένο εξαίσια
μόνο στην άκρη βρόμικο μια στάλα
τείνεις μπράτσα λευκά μέσα στο φως του τόπου
πεινάς σαν ιδρωμένος χορευτής ομοφυλόφιλος
ω ποντικού άκρα κατάπληξη!
Μετά μυρίζοντας το λείψανό της σκύβω λύνω και δένω το παπούτσι
το ίδιο κορδόνι χρόνια λύνει και δένει
καλώς το το αίμα στο κεφάλι μου.
Με ξύλινα εικονάκια και μοσχοθυμίαμα με λιβανάκι της Βηθλεέμ  κι αυτή της βασκανίας
χτυπιέται ο Σατανάς κι η βρόμα από το λείψανο.
Αλλά τι με κοιτάζουν κομμένα στο πιατάκι ανάποδα δυο κίτρινα μισά λεμόνια;
Αφού δεν είναι δυνατό να τα συντρίψω τα στήθη της ωραίας.
 [από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΤΟ ΡΑΜΦΟΣ 1978  - πρώτη ενότητα Η Σαλώμη - συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων Γιάννη Βαρβέρη ΤΟΜΟΣ Α Ποιήματα 1975-1996 –] 



ΤΟ ΒΡΕΦΟΣ ΥΠΗΡΞΕ
Τρόπαιο είναι σφίγγει λαιμούς
και καθεύδειν ουκ εά με
ίσκιους φοράει βαρείς
βαρύ το παιδί μου ασήκωτο

Άλλη διαρρύθμιση ήταν πριν
η νέα συνθλίβει το μυαλό μέσα στα μέλη
τι μόχθος να δαμάζω αυτό το βρέφος των εμπρησμών
σε λίγο όλο σε λίγο του λέω
με μάτια πράσινα και πράσινη καρδούλα
μαγεύει τους αθώους κι αγνούς
Αμνό το βάπτισμα και πιστούς σφάζει
κάθε Λαμπρή για την αγάπη.

Τι σάρκα η σάρκα του
-Σώστε την αλκή της
κρώζει το παιδάκι μου

-Επινοήστε με, δολοφόνοι.
ΒΑΚΧΙΚΟ
Οι αγαθοί καρποί
της κατάνυξης
περιμένουν καιρό.

Αργή πλεύση
και για συντρόφους
τα πικρά και τα μονά –
άγαλμά μου χλιδής/

Ταξίδι περασμένο
και σε κάθε μώλο
συστρέφονταν
η έπαρση νέα.

Να δέσω εδώ δίπλα το Χρόνο
προτού ιαθώ και νυστάξω.

Τώρα τους πόθους της ψυχής γλεντοκόπους
να φέρουν μπροστά μου –
προτού τους βάλει ο νους μου…

ΟΣΤΙΑ
Ι
Είναι το σπίτι.
Γύρω ποτιστικά της μαμάς
μυρωδικά του κόρφου.
Στην κατάψυξη κάτι καλά φιδάκια
να ’χω ν’ αλλάξω γλώσσα
κάθε που νικώ σάρκες
ΙΙ
Δυο χέρια
είμαστε.
Μια σταγόνα
αίμα μου
πέρασε
μεσ’ απ’ το αιωρούμενο
δαχτυλίδι σου.
ΙΙΙ
Στον άνεμο το σώμα της
καμπύλα παραλλάσσει
η κουρτίνα μου.
Με το στιλέτο
τη βρίσκω στην κοιλιά –
αλλά δεν είσαι συ
που σωριάζεσαι
IV
Στο δωμάτιο έστρωσα
το χαλί με τις χλόες
να κυλιστούμε,
Εγώ δεν φύομαι πουθενά.
V
Στην  Ερέτρια αράζουν
μετά τον έρωτα
γκρίζα και κουρασμένα
τα φέρι

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ
Πριν βρέξει οι γάτες απορούν ως μιαν ανάσα
τα υπόστεγα μιλούν για τη βροχή
πήδος στον τσίγκο πήδος στην ταράτσα
λουφάζει η γάτα πριν σαλτάρει
σ’ άλλα παλιοσίδερα.

Αγκάλιασε τον κούκλο της η Ελβίρα
πάνω απ’ το τούλι απλώνεται λουλάκι ως πέρα
στο δώμα ξέμεινε μικρό κουνούπι λίγο να τρομάζει
σαλεύει το χεράκι και ραγίζει ένα άρωμα.

Με το βροχή με το νερό
οι φτωχοί κούμπωσαν την προσευχή στον κόρφο
και σβήσανε σαν τα χαμόγελα.

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΦΩΣ
Γύρω η γη και το φως χωρίς το θόλο τους.
Εγώ βέβαια υπάρχω με μια φουρκέτα στα μαλλιά
δανεική του Βιβάλντι.
Όμως ανάμεσα γης και φως κάποιος πάνω σε γόνδολα
λικνίζει τα σκοτάδια.
Έτσι μπράβο λέω
να παίξουμε επιτέλους μ’ ανοιχτά χαρτιά
κι όχι μ’ εσένα να μπλοφάρεις με σημαδεμένες
τράπουλες και με διακόπτες
κι όχι μ’ εσένα να ξεθάβεις θαλασσί eye-liner
κάθε 25η κι 28η απ’ το βαρύ σεντούκι σου.

Αλλά κείνος πάνω στη γόνδολα;
Αμίλητος ορθώνεται απ’ το βάθος –
θα ’ναι λέω ο 898
μα ξάφνου κλείνουνε τα βλέφαρα του κόσμου οριστικά
για να μη δείτε μοναχά ν’ ακούσετε
τρομερός να χύνεται σιδηρόδρομος οδοντωτός
ο 444.

Έκτοτε βέβαια εγώ υπάρχω με τον Βιβάλντι πάντα στη θέση του
έτσι για να εξηγώ
πώς και γιατί ο Αι-Γιώργης κάρφωσε το φίδι·
για να εξηγώ πώς κάρφωσε το φίδι
και πώς εκείνο τότε ξέρασε το φως
από το στόμα του.

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Γιάννη Βαρβέρη, όπου το χέρι γράφει ένα ποίημα με τίτλο ΤΟ ΧΕΡΙ. Το ποίημα είναι εικόνα χεριού με μολύβι κι από τη σελίδα ψηλά στον αέρα σκιτσάρει ένα χέρι κι εκείνο γραμμή τη γραμμή με σκιτσάρει, σκιά τη σκιά με τελειώνει να γράφω ένα ποίημα με τίτλο ΤΟ ΧΕΡΙ. Και πώς κι από πού να ξεφύγω; Ω φριχτό μαρτύριο του άλλου σώματος  παρείσακτου μες στο σκοτάδι ανάμεσά μας και τα κλειστά σου μάτια δήθεν ηδονής που δραπετεύουν ψάχνοντας το και τα κλειστά μου μάτια να φαντάζονται σώματα ρυμουλκά που θέλησα στους δρόμους· τι ανυποψίαστα σπλαχνικοί για τα κορμιά μας  οι ξένοι που ποθήσαμε  δε σου μιλάω λοιπόν πέτα μαζί του μη μου μιλάς θα σκιάξεις το ίνδαλμά μου· μέχρι ν’ ανοίξουμε τα μάτια μας κι οι δυο τώρα που σωριαστήκαμε και φύγαν  κι εσύ αγαπάς αυτό το πέος χτυπημένο ορτύκι όπως το χέρι μου τα ποιήματά μου τα γυαλιά μου…


Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2019

ΤΙ ΕΙΜΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΑΝ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ; (ουράνιο σώμα ή γήινο, στερεό, υγρό ή αέρινο;)


Η ρίζα ενός δένδρου μου τρώει το σχήμα
Μια πέτρα μου αγκυλώνει το δάχτυλο και μου γδέρνει το μυαλό
Τα μάτια μου γίνονται παρανάλωμα των φύλλων
Κουκουβάγιες τρυπώνουν μες τα ματόκλαδά μου
Τα βήματά μου αυτοκαταλύονται κατασταλάζουν
Γίνονται στόματα μες στα μνημεία των θάμνων
Μια πεταλούδα απομυζάει όλο μου το είναι
Τα ρουθούνια μου βγάζουν σπίθες και καπνούς
Όπως οι δράκοι που ήταν κοράλλια τον παλιό καιρό
Είμαι όπως το γαϊδουράγκαθο μέσα στα χόρτα
Οι στρόβιλοι με ξεχνούν και μ’ απαρνιούνται
Τα λουλούδια μου βγάζουν τη γλώσσα Τα πεζούλια με υποσκελίζουν
Μισώ τα ελατήρια κι εξαργυρώνω τη θέλησή τους
Είμαι ο χαϊδεμένος  των κυμάτων όπως τα βότσαλα
Αρνήθηκα να υποχωρήσω μπροστά στον άνεμο
Να λιώσω μες στα καμίνια των λουτρών της ζέστης
Να καώ με τα κάρβουνα σαν καβούρι
Κάνω υπεράνθρωπες  προσπάθειες να μιλήσω
Να σώσω τον εαυτό μου από την πυρκαγιά που μόνος μου άναψα
Λάμπω σαν το διαμάντι αλλά δεν είμαι άστρο
Τι είμαι λοιπόν αν δεν είμαι αυτό που είμαι
Ουράνιο σώμα ή γήινο, στερεό, υγρό ή αέρινο;
[ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη ΕΣΤΙΕΣ ΜΙΚΡΟΒΙΩΝ 1961-1964]


ΤΟ ΚΑΠΕΛΟ
Το καπέλο ενός ανθρώπου που δεν είχε τίποτα άλλο στον κόσμο
Το καπέλο ενός ανθρώπου που δεν είχε πια ούτε καπέλο
Το καπέλο ενός ανθρώπου που το είχε χάσει
Το καπέλο ενός ανθρώπου που δεν είχε τίποτα άλλο να χάσει εκτός απ’ το καπέλο του
Το καπέλο ενός ανθρώπου που φοράει πάντοτε μαύρο καπέλο
Το καπέλο ενός ανθρώπου που δεν φοράει τίποτα
Το καπέλο ενός ανθρώπου μες στ’ αυτοκίνητο που προσπαθεί να προσπεράσει ένα άλλο αυτοκίνητο
Το καπέλο ενός ανθρώπου χωρίς αυτοκίνητο που προσπαθεί να μην συναντήσει έναν άνθρωπο χωρίς καπέλο
Το καπέλο ενός ανθρώπου  που θα έχει ένα καπέλο στο απώτερο μόνο μέλλον αν κάνει οικονομίες
Το καπέλο ενός ανθρώπου ενός ανθρώπου που έχει καπέλο
Το καπέλο ενός ανθρώπου που είναι ο ίδιος το καπέλο
Το καπέλο ενός ανθρώπου που δεν είναι διόλου καπέλο
Το καπέλο ενός ανθρώπου που δεν είναι ακόμα ο ίδιος καπέλο  αλλά ο διπλανός του που ελπίζει ότι θα γίνει έως τότε κι αυτός καπέλο
Το καπέλο που δανείστηκε απ’ το διπλανό του ένας άνθρωπος χωρίς καπέλο
Το καπέλο που το επέστρεψε ένας άνθρωπος χωρίς καπέλο στο γείτονά του
Το καπέλο που δάνεισε ένας άνθρωπος με καπέλο στον άνθρωπο χωρίς καπέλο
Το καινούριο καπέλο που αγόρασε ένας άνθρωπος με καπέλο αλλά παλιό-
Το καπέλο που πέταξε ένας άνθρωπος με καπέλο στα σκουπίδια
Το καπέλο χωρίς φόδρα που φόρεσε ένας άνθρωπος όταν πήγε ν’ αγοράσει ένα άλλο καπέλο –
Το καπέλο που φόρεσε η γάτα στο χορό
Το καπέλο που πήρε κατά λάθος από το Vestiaro ενός θεάτρου ένας νομίζοντας πως ήταν δικό του
Το καπέλο που κάποιος άφησε στο καφενείο
Το καπέλο ενός ανθρώπου που είναι φαλακρός και κρύβει έτσι τη φαλάκρα του –
Το καπέλο ενός ανθρώπου που είναι νευρικός και το κρατάει στο χέρι του μην ξέροντας πού να τ’ ακουμπήσει
Το καπέλο που φόρεσε ο ξενοδόχος άμα βγήκε να συναντήσει έναν άλλο ξενοδόχο με καπέλο
Το καπέλο του άλλου ξενοδόχου

ΑΓΡΑΦΗ ΓΡΑΦΗ
Άκουσα να μιλάν με τόνους τραγωδίας σε σαλόνια του 1880
Ν’ αναστενάζουν σ’ ένα υπνοδωμάτιο ξενοδοχείου αριθμ. 12
Είδα να τρέχει μια γυμνή στο τρίτο πάτωμα του μυαλού μου
Να μουγκρίζουνε δυο τέρατα ανθρωπόμορφα
Να την προκαλούνε – καθώς περνούσε – αδιάντροπα
Χτυπώντας ρυθμικά το πάτωμα με τις ουρές τους
Όταν έπεφτε ψιλή ψιλή βροχή
Στάχτη από ηφαίστειο στόμα γυναικείο
Κράτησα το χέρι ενός τρελόπαιδου
Στεφάνωσα το αγαπημένο μέτωπο
Με λίγα ξερά και άδεια λόγια παρηγοριάς
(Δεν θυμάμαι αν ήταν κορίτσι ή αγόρι
Ο αδικοσκοτωμένος σ’ ένα κομμάτι γης 2Χ1,5μ.)
Τρεις αιώνες πέρασαν πριν γίνουν όλα αυτά
Πριν ν’ αντιγράψω σ’ ένα τετράδιο καθαρό
Τους θρήνους μιας απαρνημένης
Το κλάμα ενός νεογέννητου παιδιού
Ταφές ανθρώπων ζωντανών – νεκρών που ξαναζωντανεύουν
Σχήματα μεταξωτά που αναδιπλώνονται
Ένα πλάσμα που φοβόταν ν’ αγαπήσει
Κομμάτι μάρμαρο από σάρκα
Και την γραφή τη άγραφη
Που είδα γραμμένη στο όνειρό μου
Με γράμματα φωτιάς που καίγαν το χαρτί

Η ΠΟΠΟΥΛΕΝΙΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
Δίπλωσε χρόνε τα φτερά σου
Και ρίχτα στο Νοτιά
Απ’ όπου ήρθε ο σιχαμένος άνθρωπος

Απ’ όπου ήρθαν οι αιώνιες τύψεις
Ο λίβας με τα κατοικίδια του μυστήρια
Κήποι με σκέψεις κρεμαστές

Η ασιατική του απείρου
Στον άδειο χώρο ενός κρανίου
Μια συναυλία έγχρωμη

Από ξανθές γυναίκες
Με τα σπασμένα μπράτσα της
Η γελαστή Αφροδίτη

Η κλητική του αιδοίου της
Παίρνει περισπωμένη
Ο Αννίβας με το πυρωμένο του φαλλό

Μέσα σε θήκες ψευδαισθήσεων
Ταύρος με ραγισμένα κέρατα
Κι η βοτανική του ονείρου

Η ΜΝΗΜΗ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
Η αντανάκλαση του προσώπου στη μνήμη –
Το σβήσιμο του προσώπου στη μνήμη
Το ξάναμμα του προσώπου στη μνήμη
Η διατήρηση του προσώπου στη μνήμη όπως ήταν ανέπαφο
Το ολοκαύτωμα του προσώπου στη μνήμη
Η βαθμιαία επιστροφή του προσώπου στη μνήμη
Η σιγανή απομάκρυνση του προσώπου από τη μνήμη
Η συνεχής παρουσία του προσώπου στη μνήμη
Η χρησιμοποίηση του προσώπου από τη μνήμη
Η εξάλειψη του προσώπου από τη μνήμη
Η επάνοδος του προσώπου στη μνήμη
Η κατατεμάχιση του προσώπου στη μνήμη
Η καταβρόχθιση του προσώπου από τη μνήμη
Η παραμόρφωση του προσώπου στη μνήμη
Η ανταλλαγή του προσώπου με πρόσωπο άλλο
Η αντικατάσταση του προσώπου με πρόσωπο νέο
Η τέλεια ανικανότητα της μνήμης
Να θυμηθεί πώς ήταν το πρόσωπο
Η μεγάλη προσπάθεια της μνήμης
Να εντοπιστεί το πρόσωπο –
Να του δώσει υπόσταση έντονη
Η προσπάθεια της μνήμης να περιβάλει το πρόσωπο
Με ψυχρά με γνωστά γεγονότα
Η προσπάθεια της μνήμης να δώσει στο πρόσωπο
Περιβάλλον συγκεκριμένο
Ένα σπίτι σε μια πόλη μια διεύθυνση
Σ’ ένα δρόμο – μια κάμαρα – ένα πάτωμα
Με φίλους γνωστούς συγγενείς και αδιάφορους –
Η αποτυχία της μνήμης να δώσει στο πρόσωπο δρόμο
Να δώσει στο πρόσωπο κάδρο
Να δώσει στο πρόσωπο - πρόσωπο

ΜΕ
Με τη φουρτουνιασμένη διαύγεια ενός κρυστάλλου
Με τη δυνατή ανταύγεια μιας θάλασσας από λάδι
Με την απειλή του επερχόμενου πολέμου
Με τα πόδια στο νερό και το κεφάλι στα σύννεφα

Με το διάφανο μισοφόρι κοντά στο παράθυρο
Με το διάφανο μισοφόρι στην πόρτα του κήπου
Με το διάφανο μισοφόρι στον ήλιο που έπεφτε πλάγια
Με το διάφανο μισοφόρι γυρίζοντάς μου την πλάτη

Με το πρόσωπο γυρισμένο στη Δύση του ήλιου
Με το πρόσωπο στην άλλη άκρη του κόσμου
Με το πρόσωπο στην πετσέτα του μπάνιου
Με το πρόσωπο αξούριστο στον καθρέφτη

Με μια έκφραση απορίας και φόβου
Με μια έκφραση περιέργειας
Με μια έκφραση αγωνίας και φόβου
Με μια έκφραση απερίγραπτης μέθης

Με το δεξί της χέρι στην καρδιά
Με το δεξί της χέρι στην πληγωμένη καρδιά
Με τη δεξιά μεριά του προσώπου της
Με τη δεξιά του πλευρά το πλοίο γερμένο

Με τον καπνό του φουγάρου που αχνίζει
Με την ανοξείδωτη επιφάνεια της θάλασσας
Με μια έκφραση απορίας και φόβου
Με την απειλή του επερχόμενου πολέμου

Με το διάφανο μισοφόρι σχισμένο
Με το διάφανο μισοφόρι λερωμένο
Με το διάφανο μισοφόρι ανεβασμένο
Με το διάφανο μισοφόρι πεταμένο στο πάτωμα

Με μιαν έκφραση απερίγραπτης έξαρσης
Με τη γύμνια της επάνω στον τοίχο
Με τη γύμνια της στον κλοιό των χεριών μου
Με τη γύμνια της στην τετράγωνη κάμαρα

Με τον μηρό τεντωμένο
Με το κεφάλι ακουμπισμένο στην πλάτη μου
Με το χέρι της στην τσέπη σφυρίζοντας
Μ’ ένα περπάτημα βιαστικό μες στη νύχτα

Με τη διαύγεια της νύχτας σαν κρύσταλλο καπνισμένο
Μ’ ένα ύφος παράξενο θυμωμένο
Με δυο λόγια κατάλληλα την ώρα που έπρεπε
Με δυο λόγια σμαράγδινα

Με το χέρι της πάνω στο φύλο της
Με το βλέμμα κατεβασμένο
Με το κρύο στο πάρκο με τον πάγο στη λίμνη
Με τις φωτιές των παιδιών στην αυλή του σχολείου

Με το φόβο του επερχομένου πολέμου
Με την ιδέα πως δεν θα επιζήσουμε
Με την ανάσα κομμένη
Με νοικιασμένο αυτοκίνητο

Με δυο μάτια σαν να ’ταν λεκέδες
Με δυο μάτια κεριά αναμμένα
Με δυο μάτια χαφιέδες
Με δυο μάτια που δεν με κοιτάζουν

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νάνου Βαλαωρίτη, που αύριο, καβάλα σε μια Ωκεανίδα, θα βγούνε ποιήματα έτοιμα στις δενδροφυτεμένες μεριές της οικουμένης. Γιατί, όταν φανεί πια η θάλασσα, τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική, τις νύχτες που το πέλαγος ροχαλίζει σαν άνθρωπος που βλέπει εφιάλτες… Επιμένει ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο δισέγγονος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο «Διαμαντένιος Γαληνευτής», ο έλληνας ποιητής που ταξίδεψε και δίδαξε ποίηση και την ελληνική ποίηση σ’ όλο τον κόσμο!.. Συναναστράφηκε με τα πιο φωτεινά πνεύματα της εποχής –Έλιοτ, Ντύλαν Τόμας, Όντεν, Εμπειρίκος, Ελύτης – δηλώνοντας ακόμα και σήμερα, εποχή της κρίσης, «απαίσια αισιόδοξος», γιατί, όπως λέει, άμα βλέπεις το άδικο και αγριεύεις, είσαι αισιόδοξος δεν σκύβεις κεφάλι


Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2019

ΠΑΨΑΝ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΙΑ Ν’ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΧΡΗΣΜΟΥΣ, ΟΙ ΔΥΝΑΤΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ


ΑΦΙΕΡΩΣΗΓια τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν
Για το σπίτι που χτίστηκε
Για τα παιδάκια που μεγάλωσαν
Για τα πλοία που άραξαν
Για τη μάχη που κερδήθηκε
Για τον άσωτο που επέστρεψε
 Για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια[Με την παραπάνω ΑΦΙΕΡΩΣΗ ολοκληρώνει  τη συλλογή του Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ 3 ο Μανόλης Αναγνωστάκης.  Στίχοι που αγγίζουν ίσως όλα τα πρόσωπα των ιστοριών του, είτε είναι εντελώς φανταστικά, είτε ακόμα και υπαρκτά σε μια δεδομένη εποχή. Ο τίτλος είναι από το ποίημα ΠΑΨΑΝ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΙΑ  ενώ ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ  «ονομάζονται» στο προτελευταίο ποίημα της συλλογής που φέρει αυτό τον τίτλο]:




ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
Όλα τα πρόσωπα της ιστορίας μας είναι εντελώς φανταστικά
Καμιά πλέον συσχέτιση με πρόσωπα υπάρξαντα
Ή και ακόμα υπαρκτά σε μια δεδομένη εποχή.
Γιατί και η Εποχή δεν υπήρξε – μη μιλήσεις πια γι’ αυτήν
Με τα ίδια πάλι λόγια που δεν αλλοιώνονται από το χρόνο
Όπως το μέταλλο κάτω απ’ τη σκουριά, το δέρμα κάτω απ’ το ρούχο.
Γιατί τα πρόσωπά της ιστορίας μας είν’ εντελώς φανταστικά
Οι περιπέτειες τους αδιάφορες για την Ιστορία
Ούτε καν ίχνη σβησμένων ονομάτων για τους οπωσδήποτε επιζήσαντες.

Κατέβασε τις Μεγάλες Κουρτίνες, φράξε όσο είναι καιρός
Τις μυστικές ρωγμές των στίχων, μ’ ένα χαμόγελο κι εσύ
Υποδέξου, αγνός, τη χαρούμενη καινούργια ημέρα.

Έλα Γιώργο – βάλε στη θήκη το μαχαίρι

ΠΑΨΑΝ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΙΑ…
Πάψαν τα λόγια πια ν’ αποτελούν χρησμούς
Οι δυνατοί οι στίχοι προφητείες
Μες στην τερπνή ζωή σε ποθητή γαλήνη
Μας χάιδευε το μέτωπο η ωραία Ειρήνη
Τα ευτυχισμένα πρόσωπα περίσσεψαν
Τα δροσερά παιδάκια έπαιζαν στους δρόμους
Ερωτευμένα πουλιά τραγουδούσαν στον ουρανό.
Τώρα διδάσκουν στα σχολεία την εποχή των αγενών μετάλλων
Τα φρικτά εγκλήματα που οι πρόγονοί τους διάπραξαν
Τις ακατανόητες πράξεις μας τα ηλίθια έργα τέχνης
Τους ανάπηρους αιώνες της γήινης προϊστορίας.

Τεράστιο άσπρο περιστέρι με μαρμαρωμένο χαμόγελο
Άπλωσε άπλωσε τις φτερούγες της η ωραία Ειρήνη
Μες στο τεράστιο υπόστεγο κυοφορείται το έκθαμβο μέλλον του Αζώτου

(Ό,τι μες στους αιώνες, ευσυνείδητοι, παρασκευάσαμε).

ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΟΣ ΘΕΑΤΗΣ…
Τώρα είναι απλός θεατής
Ασήμαντος ανθρωπάκος μέσα στο πλήθος
Τώρα πια δεν χειροκροτεί δε χειροκροτείται
Ξένος περιφέρεται στων οδών το κάλεσμα.

Έρχονται από μακριά οι νέοι σαλπιγκτές
Των επιλέκτων κλάσεων του μέλλοντος
Οι κραυγές τους γκρεμίζουν τα σαθρά τείχη
Τήκουν τη λάσπη σε φωτεινούς ρύακες.
Έρχονται οι αγνοί, οι ανυπόκριτοι,
Οι βιαστές, οι αμέτοχοι, οι παρθένοι,
Οι πονηροί συνδαιτυμόνες, οι αθώοι
Οι ληξίαρχοι των ημερών μας
Έρχεται το μεγάλο παρανάλωμα
Μέσα στους πίδακες των πρόσχαρων νερών.
Έρχονται οι τελευταίες προγραφές.

Μα τώρα αυτός είναι απλός θεατής
Ανώνυμος ανθρωπάκος μέσα στο πλήθος
Με τα χέρια στο στήθος σαν έτοιμος νεκρός
Τώρα πια δε χειροκροτεί δε χειροκροτείται.

(Να ξέρεις πάντα το πότε και το πώς)

ΣΕ ΤΙ ΒΟΗΘΑ ΛΟΙΠΟΝ…
Σε τι βοηθά λοιπόν η ποίηση
(Αυτή εδώ η ποίηση, λέω)
Στα υψηλά σου ιδανικά, στη συνείδηση του χρέους
Στο μεγάλο πέρασμα από το καταναγκασμό
Στις συνθήκες της ελευθερίας;

Σε τι βοηθά λοιπόν η ποίηση
-Αυτό, έστω, που εγώ ποίηση ονομάζω –

(Ας ζήσουμε λοιπόν και μ’ αυτά ή μόνο μ’ αυτά)

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΠΛΗΘΩΡΑ
Δεν υπάρχει η πληθώρα αλλά το ένα
Όχι το: εν το παν, τα κεφαλαία γράμματα
Αυτό που λεν Αιώνιο ή Μεγάλο ή όπως αλλιώς
Δεν υπάρχει ο  κακοήθης όγκος στον εγκέφαλο
Το αναλλοίωτο αίμα της κυκλοφορίας
Του νευρικού συστήματος ο υψηλός τόνος
Δεν υπάρχει το σύνολο αλλά η μονάδα
Αυτή η χαίνουσα οπή που μέσα της ριζώνει
Ριζώνει ατέρμονα ο φοβερός κοχλίας
Σε μια εγκοπή του μυστική να φυτευτεί
Ο τελευταίος σου στίχος και να μείνει.

Αδιάλλαχτος, απρόσιτος, έτοιμος πάντα.
Χωρίς δυνατότητες καρπού
Χωρίς δυνατότητες σήψεως
[επιλογές από τη συλλογή του Μανόλη Αναγνωστάκη Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ 3]

ΕΠΙΛΟΓΕΣ λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μανόλη Αναγνωστάκη, ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ και ΣΤΟΧΟΙ, δηλαδή για τη ΣΥΝΕΧΕΙΑ της ΑΓΑΠΗΣ, το ΦΟΒΟ που μας ενώνει με τους άλλους ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, πάντα βιαστικούς μέσα στους άσκοπους δρόμους προφασιζόμενους κάποιο μεγάλο ΣΚΟΠΟ για μια τελική συνάντηση μες στων αλλεπάλληλων άδειων νυκτών τη στείρα διαδοχή ΕΠΙΛΟΓΟΣ για τη ΣΙΩΠΗ, αυτό το δισταγμό ζωής, που δεν μας αφήνει να παραδεχθούμε την ήττα. ΣΤΙΧΟΙ που μπορεί να είναι οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφούν… Ω Ψυχή την αγωνία ερωτευμένη!.. Ψυχή της Αγάπης μου αλήτισσα!.. Λεπίδι του Πόθου αδυσώπητο… ΠΑΝΙΚΟΣ που στραγγίζει την καρδιά σα σημαία… Ώσπου θα ’ρθει μια μέρα που δε θα  ’χουμε πια τι να πούμε… Όρθιοι και μόνοι σαν και πρώτα, θα πάρουμε τους δρόμους και σφυρίζοντας θα περιμένουμε… Τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών, τα τελευταία κουρέλια  από τα γιορτινά μας φορέματα!.. ΟΡΘΙΟΙ  και ΜΟΝΟΙ μες στη φοβερή ερημία του πλήθους… ΤΗ ΝΥΧΤΑ που έρχονται οι μεγάλες ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ μυστικών για τα ΣΧΕΔΙΑ επαναστάσεων, για τα ΙΔΕΩΔΗ και τέλος πάντων για τη μοναξιά των ΛΕΞΕΩΝ… Και ποιος να μας προσέξει, ποιος να μας λησμονήσει στη θέση που καθόμαστε; Πόσα κρυμμένα τιμαλφή μπορούμε να σώσουμε, πόσες φωλιές νερού να συντηρήσουμε μέσα στις φλόγες; Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας. Το θέμα είναι τώρα τι λες!.. Τώρα που ΛΕΞΕΙΣ χλομές συνθέτουν πληγωμένα ελεγεία… Και όχι αυταπάτες προπαντός… Το πολύ-πολύ, να τους εκλάβεις [τους ΣΤΙΧΟΥΣ μιας ζωής, τις ΛΕΞΕΙΣ της μοναξιάς] σα δυο θαμπούς προβολείς μες την ομίχλη, σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ΖΩ… Το πολύ-πολύ να ονειρεύεσαι ένα καινούριο τραγούδι πατώντας πάνω στους νεκρούς στίχους… «Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε ο φίλος μου ο Τίτος, «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες, κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα» Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς]