Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2019

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ ΠΟΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΟΥ ΣΚΟΠΕΥΕΙ ΙΣΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ


Οφείλω να σε προειδοποιήσω: οι στίχοι αυτοί σκοπεύουν ίσια στην καρδιά σου!
με δάχτυλα γυμνά μην τους αγγίζεις
μέσα από καπνισμένο τζάμι / να φτάνει εδώ η ματιά σου
ύψωσε φράγματα κι αγκαθωτά συρματοπλέγματα
άκοπες άφησε τις τελευταίες σελίδες / θανάσιμο τον κίνδυνο όταν αντιληφθείς
φρόντισε να μην με πιστέψεις
άσε με μόνο / μείνε μόνος
εγώ που γνώρισα το βάθος της αβύσσου
μπορώ να καταλάβω τη δική σου οδύνη
[ΑΓΩΝΙΑ ΘΩΡΑΚΟΦΟΡΟΥ από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ 1982 κι άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή έτσι όπως ανθολογήθηκαν στη συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του Τόλη Νικηφόρου ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΔΕΟΥΣ, Επιλεγμένα Ποιήματα 1966-2017]



ΠΟΙΗΣΗ 1982
οι δικές μου οι λέξεις
είναι λέξεις σκληρές και μεγάλες
μυτερές σαν καρφιά
λέξεις όπως το ξεραμένο πύο
μαύρες όπως τα φλέματα
που βγάζουνε κάθε πρωί τα σωθικά μας
οι καπνοδόχοι των εργοστασίων
τα τρένα που αναπόδραστα ακολουθούν τις ράγες
κόκκινες λέξεις
όπως ο ήλιος ο μοναδικός
και το λουλούδι που σπαρακτικά ανθίζει
σε στεγνό και κατάμαυρο χρώμα

οι δικές μας λέξεις
είναι λέξεις γυμνές
λέξεις γεμάτες τραύματα
συστατικά στοιχεία, αναγραμματισμοί
και μόρια της ίδια αγωνίας

οι δικές μας λέξεις
προκηρύξεις κι αφίσες του τοίχου
φωτισμένα παράθυρα στο σκοτάδι της νύχτας
που αφυπνίζουν την πόλη
όταν κλείνει με πείσμα τα μάτια
στη γραφή του θανάτου

αυτές οι τελευταίες λέξεις
πριν κάθε εκτέλεση
πριν κάθε μεταμφίεση του καθημερινού θανάτου
τα δικά σου είναι δάχτυλα που γνωρίζουν το χάδι
είναι λέξεις κραυγές
οιμωγές κι ελπίδες
που δοξάζουν το φως
που μετράνε με δέος  το μπόι τους
και δεν τρέμουν

ίσως κάποτε τα δικά μας παιδιά
να μιλήσουν μ’ άλλη φωνή
να βαδίσουν με ξέγνοιαστο βήμα
πάνω στις νότες της δικής μας μουσικής
και στους κυβόλιθους του δικού μας αγώνα

ΕΦΙΑΛΤΕΣ (από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ 1982)
τώρα που αχνίζει πίσω μας
το μίζερο χωριό και τα χωράφια
σίγασε πια ο μέγας θρήνος
ο κίνδυνος απομακρύνθηκε
τώρα που προσπελάσαμε τα τείχη
ίσοι κι εμείς με τους αφέντες
ωραία εμπορεύματα θα βρούμε ν’ αγοράσουμε
το πιο εκλεκτό χασίσι

στους προγονικούς μας ελαιώνες
ευγενικά ξενοδοχεία θα φυτρώσουν
μιαν άλλη γλώσσα θα μιλήσουν τα παιδιά μας
και δίπλα στους πυραύλους θα υψώνονται
ξένα φουγάρα

με τη χρυσόσκονη πια δεν θα φαίνεται η πληγή μας

ΑΔΕΛΦΟΣΥΝΗ 1 και ΑΔΕΛΦΟΣΥΝΗ 3
σκιά και άρωμα θανάτου
στα μεγάλα κάτοπτρα του δρόμου
η αγωνία στο χνώτο
η αγωνία στο άγγιγμα και το σπασμό
ποιος κράτησε στο βλέμμα του
τόση ερημιά και τόση λύπη
ποιος αναζήτησε στις άναρθρες κραυγές
ανθρώπινη ομιλία να συνθέσει
ορυμαγδοί και βογγητά
σκιά και άρωμα θανάτου

τα δάκρυα σου τρέχουν στις φλέβες μου
δεν είσαι μόνος

βροντοχτυπάει την πόρτα μας
ο θάνατος στο λέω τελευταία φορά
δεν έχει τόπο εδώ για διακοσμητικά φυτά
δεν έχει χρόνο για συστάσεις
κι αυτό το διψασμένο χέρι
που σου απλώνω αδίστακτα
σφίξ’ το αν θέλεις στη γροθιά σου
ή ζέστανέ το με το χνώτο σου
κι αν λείπουν νύχια
αν λείπουν δάχτυλα ολόκληρα
δικαίωμα δεν έχεις να το αρνηθείς

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ 2 (από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ 1982)
όπως ψηλά οι γκρίζες στέγες των σπιτιών
φωτίζονται νοσταλγικά
από τον ήλιο του χειμώνα
ακόμα βουτηγμένες στη βροχή

όπως το μακρινό βουνό
υψώνεται και αιωρείται πάνω στη θάλασσα
σχεδόν αγγίζει την ακτή
μέσα στη διαφάνεια του πρωινού αέρα

όπως τα μάτια της γάτας
ανθίζουν με μικρές φωτιές τη νύχτα
έτσι και το χαμόγελό σου μπουμπουκιάζει
ανάμεσα στους τοίχους και την άσφαλτο

είσαι ένα φύλλο πράσινο
με φλέβες νοτισμένες από τη βραδινή δροσιά
μια κίνηση ανάλαφρη που ζωντανεύει τη χαρά
ένα γλυκό του κουταλιού
ένα νερό στο δίσκο της γιαγιάς
μέσα στην κάτασπρη αυλή της συνοικίας

ΜΑΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ
πόρνες και μαστροποί
θα διαβάσουν το πολύτιμο αίμα μου
έντρομοι θ’ αποπειραθούν
σ’ αραχνιασμένα ράφια να το κρύψουν
με τρεις αδιάφορες λέξεις
να προδώσουν το χρώμα του
τους νέους να παραπλανήσουν

όμως εγώ
μες στο περίλαμπρο κλουβί
σαν άνεμος θα εισχωρήσω
μ’ αυτά τα μάταια λόγια
θα κλέψω τ’ ακριβά παιδιά σας
με το φαρμάκι της αλήθειας
εχθρούς και ξένους θα τα μεγαλώσω
οράματα θα ορθώσω
εμπόδιο στις καθημερινές συναλλαγές

η επανάσταση κυοφορείται
μέσα στα πεθαμένα σπίτια σας

ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ (από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ 1982)
θα πω λοιπόν τα δυο μου λόγια
κι εγώ πριν φύγω με τη σειρά μου
θα περπατήσω σχεδόν τυφλός στα σκοτεινά
μ’ ένα παράφωνο τραγούδι
μιλώντας σε φανταστικούς διαβάτες
σφίγγοντας το ένα χέρι μου με το άλλο
σαν νιώθω μόνος

μες στην ομίχλη θα σηκώνονται
φωνές το ίδιο αλλότριες
είτε σημαίνουνε χαρά είτε λύπη
σφυρίχτρες διαπεραστικές και σάλπιγγες
αλαλαγμοί και βογκητά
ο σκουριασμένος στεναγμός
μιας βρύσης δίχως νερό

σημαίες θ’ ανεμίζουνε γιορταστικά
στο περιθώριο της νύχτας
λάβαρα με χρώματα παράδοξα
αλλόκοτους συνδυασμούς

θα ματώσω χέρια και γόνατα
τη γλώσσα θα ματώσω χτυπώντας σε τοίχους
θα εξουθενωθεί το κορμί μου

τίποτα όμως δεν θα ’χω να φοβηθώ
καθώς ο δρόμος θα ’ναι πια μέσα μου
οι φλέβες και τα νεύρα
αυτή η σπονδυλική μου στήλη

αν μου μείνει μια κλωστή
απ’ αυτή θα κρατηθώ
μισό δευτερόλεπτο πριν σπάσει
αν μου μείνει μια αχτίδα φως
ας οδηγήσει ένα μονάχα βήμα

ΣΥΝΕΠΕΙΑ 2
μέσα μου ζουν κι ανασαίνουν
δυο άγριοι διψασμένοι λύκοι
όσα ποτέ δεν έπραξα
κι όσα σε κρίσιμες στιγμές έπραξα λάθος

είναι φορές που ο πόνος γίνεται αφόρητος
καθώς ρουφάνε ανελέητα
το πιο καθαρό αίμα της καρδιάς μου

Ο ΘΑΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ, 3 (από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ 1982)
η μοίρα είναι βαρύτερη από τη θέλησή μου
θα φύγω μόνος
ν’ ακολουθήσω τους μυστικούς μου δρόμους
να ταξιδέψω στ’ άστρα
να φλέγομαι μετεωρίτης στον αιώνα
σ’ άγνωστες διαστάσεις

όταν γυρίζω
να γίνω μια κλωστή στο φόρεμά σου
μια άσπρη τρίχα στα μαλλιά σου
στο δάκρυ σου ένας κόκκος αλάτι
εσύ δεν θα το ξέρεις

όταν γυρίζω
ψωμί να γίνω για τα παιδιά της Αφρικής
σημαία, όπλο, ελπίδα για το αύριο
εσύ δεν θα το ξέρεις

εσύ θα με κρατάς στη μνήμη σου ακέραιο
και θα με ψάχνεις στη στροφή του δρόμου
παλεύοντας ένα μάταιο αγώνα με τη βεβαιότητα

όταν γυρίζω
εσύ θα με φιλάς στα μάτια
μα δε θα με γνωρίζεις

ΘΑ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΘΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΜΕ ΤΙΣ ΣΕΙΡΗΝΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ (αμίλητοι θα ταξιδέψουμε η ζωή θα γλιστράει δίπλα αφήνοντας την ψευδαίσθηση της κίνησης):

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ (Θεσσαλονίκη 1938) συγκεντρώνει στον τόμο ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΔΕΟΥΣ μια επιλογή ποιημάτων του απ’ όλες τις μέχρι σήμερα ποιητικές συλλογές του. Πρόκειται, όπως εύστοχα σημειώνει στο επίμετρο του βιβλίου ο Πέτρος Γκολίτσης «για ένα βιβλίο με ποιήματα χρωμάτων και αφής που συνδυάζουν  τον μυστικισμό με τη γείωση –με το δικό του διακριτό και κατεκτημένο τρόπο- για ένα απόσταγμα που εκ των πραγμάτων συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίοδο του βίου του, στα 80 του χρόνια, δηλαδή τώρα που οδεύει προς το πέρας μιας βιο-γραμμής και μια ποιητικής διαδρομής. Θέτοντας και ενεργοποιώντας τις προτεραιότητες, ποιητικές και βιωματικές, που τον οδήγησαν στη συγκεκριμένη, εκτενή και επαρκή θα λέγαμε επιλογή. Η οποία ενώ στέκεται και λειτουργεί σαφώς αυτόνομα, συνάμα καλεί και προς το σύνολο των ποιημάτων του… Σε μια σύντομη αναδρομή, αξίζει να σημειωθεί, πως ο αρχικά «κοινωνικός» ποιητής Νικηφόρου, περνά σε μια υπαρξιακή – υποστασιακή ποίηση, για να καταλήξει  μέσα από τον «μυστικισμό» στο «τίποτα» που, ενώ μας γεννά, οριστικά και αμετάκλητα μας καταπίνει… Αν έπρεπε να συνοψίσουμε τη στάση του θα λέγαμε πως είναι κάποιος που αποφασίζει «το φως», χωρίς να αγνοεί το βάθος του πραγματικού. Έτσι αντιρροπιστικά, πρεσβεύει πως η φύση του κόσμου φαίνεται να είναι πιο κοντά στον αλληλοσπαραγμό και στην κίνηση των σαρκοβόρων, παρά σε μια αέρινη και φωτεινή πραγματικότητα. Η «ιδέα» αυτή του σαρκοβόρου διαπερνά και «διαποτίζει» το σύνολο του έργου του, λειτουργώντας τόσο στο μεταφυσικό και θρησκευτικό επίπεδο, όσο και στο «κρατικό-εξουσιαστικό». Ο Νικηφόρου ως υποβολέας-medium, με τα ποιήματα-«οράματά» του, μας καλεί να γνωρίσουμε τις αναλαμπές αυτού που όντως είδε…» Και ο Πέτρος Γκολίτσης, κλείνοντας τη σύντομη εισαγωγή συμπεραίνει: «Ο Τόλης Νικηφόρου, ως άλλος Αναγνωστάκης, σε μεταφυσικά αυτή τη φορά πλαίσια, θα μας πει (;): ΣΤΑ ΨΕΜΑΤΑ ΠΑΙΖΑΜΕ. Αποφαινόμενος επαναληπτικά και ρέποντας προς: «… το όχι φως», προτάσσει τον παρηγορητικό ρόλο της τέχνης»


Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019

ΣΚΟΤΑΔΙ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟ – ΞΑΦΝΙΚΟ ΦΙΛΙ: ΚΑΤΑΛΕΥΚΗ ΛΑΜΠΕΙ Η ΚΡΗΝΗ (μετά το τραγούδι η Σιωπή. Μετά τη Σιωπή η Αγάπη):


1. Πού να σε φιλήσω να ’ναι μόνο για μένα
4. Σύννεφα βροχής σκεπάζουν το φεγγάρι. Υπήρξε άλλη Αγάπη;
5. Τι να σου δώσω εγώ τι να σου δώσω; Και την ψυχή μου πάρε!
6. Αγάπη αλαφροΐσκιωτη στη σκάλα βήματα δεν άκουσες ποτέ!
7. Γενναίο λουλούδι λέει το σ’ αγαπώ με λόγια που τρεκλίζουν!
8. Μην κλαις μη φοβάσαι. Ασύλητος, από σένα θα τελειώσω.
16. Σε φιλώ παντού γαλαξίας να γίνεις! Χωρίζουμε πικρά και τρέχω πίσω να σε φιλήσω!.
17. Την ψυχή πώς δολώνεις και μέσα σπαρταρά το σπλάχνο! Λησμονιά δεν έχει.
19. Όνειρο, αν όνειρο είσαι, μην ανοίγεις τα βλέφαρά σου!
20. Στην άκρη των χειλιών το μυστικό. Πού να το πω; Τρέμω. Το φεγγάρι και το κρασί θα με προδώσουν.
21. Στον Έρωτα πάω όπως στο θάνατο: καθαρός, σώμα που το σκούπισε σύννεφο και βροχή.25. Ποτέ μη λησμονήσεις: υπάρχεις και υπάρχω. Σε ομίχλες σύννεφα και καταχνιά να λάμπει ο ήλιος!
31. Θάνατος αν υπάρχει λήθη τεφρή και λησμονιά κακή υπάρχουν και τ’ άνθη υπάρχουν και τα όνειρα και η καλή Αγάπη.
33. Ψηλά, πολύ ψηλά πέταξα το νόμισμα άνεμος να το πάρει. Πάλι στα πόδια μου έπεσε γράφοντας: ΑΓΑΠΗ!..35. Από πού μπάζω ξέρεις: κακή βροχή μαύρο νερό. Φίλησε με. Και κλείσε το ρήγμα που βγάζει τον καπνό της ψυχής μου!41. Τη νύχτα ασπρίζει η κερασιά ανθισμένη – τρελή-τρελή! αρκεί να ’χει λίγο φεγγάρι, λίγο αεράκι, λίγη αγάπη!42. Σκάψε βαθιά όσο θες, πήδα ψηλά όσο το επιθυμήσεις. Χρυσάφι είναι τα μάτια που θωρείς – τίποτε άλλο.
46. Πείτε μου λοιπόν τι είναι η Αγάπη; …………………..47. Πάνω απ’ τον ύπνο μου πέρασε το πουλί· δεν ξύπνησα γιατί το όνειρο στόλιζε φτερό κεντημένο: της Αγάπης.51. Βαρύ ρεμπέτικο, μαύρο αδιέξοδο η Αγάπη. Μα να λευκό πουλί σαλεύει μέσα στα κλαριά!54. Στα μάτια σε κοιτώ: κύματα η αγάπη καλπάζει, με λιώνει, χάνομαι. Δεν βλέπω τα χέρια που πνίγονται μήτε το φιλάργυρο που σκοτεινά μετράει τις λίρες. Εκείνοι σκοτώνουν, εγώ αγαπώ.63. Βαθιά πράσινα φύλλα, το αγιόκλημα ευωδιάζει. Μια κίνηση αγκαλιάς, μετά φιλί, μετά ο χαμός.73. Αγάπη από στάχυα και μετάξι, κόκκινα πορτοκαλιά του δειλινού. Ο ήλιος στο υπόγειο κάτω – λάμπεις πάλι εσύ.77. Σήμερα ανθισμένη κερασιά και το φεγγάρι στον ουρανό λευκό. Ας βραδιάζει· στον μαγεμένο Μάη των αιώνων γράψε: σ’ αγαπώ!
80. Άγριο γιασεμί, ψύχα αμυγδάλου, δόντια που ματώνουν χείλη. Μια κίνηση μνημείου η Αγάπη: το χέρι μου πάνω στο βυζί σου.81. Όπου κι αν πάμε οικείο τ’ αγέρι φίλιος ήλιος και σκοτάδι γνωστό. Στον πάνω κόσμο και στον κάτω δυο σκιές μαζί: πότε μόνοι, πότε ξένοι!82. Γλυκιά μου αγάπη, Μαρία αναπνοή στα στήθια σκληρό το ψέμα της ζωής να μοιάζει αλήθεια
83. Θε μου τι δόξα, τι ηδονή! Το σώμα μου μέσα στο σώμα σου γλυκά δάγκωμα ρώγας, φωνίτσα δροσερή στην πυρωμένη τρέλα του ήλιου. [λυρικοί στοχασμοί από το βιβλίο του Μάρκου Μέσκου ΑΝΘΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΦΙΔΙ, ιδιωτική έκδοση το 1983 – β έκδοση Ύψιλον/ Βιβλία 1986 και 3η  Νεφέλη 1998 -  κι άλλες επιλογές από το ίδιο βιβλίο με ΚΛΙΚ στα χρώματα της Β.Μαρίας Ιωάννου – με πλάγια τονισμένη γραμματοσειρά στίχοι που σαν «ανθισμένη κερασιά» στολίζουν τ’ απέθαντα «σ’ αγαπώ» του ποιητή]




9. ΠΟΤΕ ΘΑ ΞΥΠΝΣΕΙΣ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ 10. ΣΤΑ ΤΑΡΤΑΡΑ ΠΑΩ ΚΑΙ ΓΥΡΙΖΩ: ΜΑΥΡΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ, ΚΟΝΤΙΝΟ ΜΟΥ ΠΟΥΛΙ, ΨΥΧΗ ΜΟΥ
11. Δεν έχει παράθυρα, ποιο λένε φως; Πέταξε, πέταξε ψυχή μου ψηλότερα!
12. Αν κοπεί το σκοινί θα ’ναι καθώς η μέρα λιγοστεύει το φως και τελειώνει.
13. Βραχνό κοκοράκι μέσα στη καταχνιά. Άμυαλο γιατί επιμένεις;
15. Τα φύλλα στα δένδρα χλωμιάζουν. Κει πάνω βλέπω τους ανθούς!
18. Ξύπνησα χαράματα· όλη μέρα καρτερώντας σε δεν έσπασα ποδάρι!

22.  Η γυναίκα μέτρησε το σπίτι φωλιά. Τόσο μήκος τόσο πλάτος τόσο ύψος ουρανού, καρέκλες κασέλες κάντρα κιλίμια κρεβάτι, το μαξιλάρι πλάι στ’ άλλο, η χαρά πραγματοποιημένη - έβγαλε μια κραυγή, φίλησε τον άνδρα τρυφερά και πέρασε πάλι στο δάσος. Το πουλί τώρα κελαηδεί στον κόρφο και στη φυλλωσιά την πράσινη.
23. Πάνω απ’ το κεφάλι μου τρία σπαθιά σφυρίζουν: γιατί σκεπάζω μέσα μου πουλάκι τρομαγμένο.
24. Άσπρο ψηλά στον ουρανό, λαδάκι της ψυχούλας στα ενύπνια μου κατοικείς βαθιά κρύβοντας τ’ όνειρό μου!
26. Γελάς χαρούμενα, πουλί που πάει μέχρι τον έβδομο ουρανό. Χαρά βραδυπορούσα και λησμονημένη τώρα σ’ αγκαλιάζω.

27. Κουβέρτα ο τοίχος, παράθυρο το φεγγάρι και καθρέφτης νυχτερινός, μάτια στα μάτια, η Αγάπη
28. Το λίγο είναι πολύ και το πολύ ποτέ; Αετός σκίζει τα σπλάχνα απ’ τ’ αρχαία χρόνια.
29. Από τη μια φωνή ως την άλλη καρτερώ και συλλογίζομαι το διάστημα: Γεμίζει, φουσκώνει από χίλια δυο, οι γάτες του αδιέξοδου κι ο εγκαταλειμμένος σκύλος στην πρώην γειτονιά, κορναρίσματα αυτοκινήτων, σκέψεις από μέσα, τι φορώ και πως τρώω το ψωμί, η μουσική πάλι από το ραδιόφωνο, η κατάρα σαν νύφη τυφλή, το τίποτε και το σύμπαν – θα τα εννοήσεις αγάπη;
30. Μελάνια ο καιρός, άγρια καταιγίδα ξεριζώνει το σύμπαν. ξαφνικά κοπάζει το βούκινο του ανέμου. Μα εγώ νανουρίζω ακόμα το παιδί μου.
32. Η μέρα κρύσταλλο, συναίσθημα γοερό: να κλάψει ή να γελάσει; Απ’ την Ανατολή με φτερά σφιγμένα τρυγόνα σιμώνει. Είσαι εσύ;
34. Ένα πρωί ξεκίνησες την Πούλια και τους Γαλαξίες να πιάσεις. Τώρα μπορείς όσο ψηλά τακουνάκια να φορέσεις.
36. Τωρινή παπαρούνα είναι για σένα. Κι αυτή που θα φυτρώνει αύριο στον γκρεμό. Κι εκείνη που στις φλέβες μου, όσο ζω, από χαρά βροντώντας κοκκινίζει.
38. Πάντα ήσουνα κλέφτης; Μέλι γλυκό και κατάρα μαζί; Το χέρι μου απλώνω βιαστικά να πνίξω το μαστό σου.

39. Ψες βράδυ όνειρο είδα: εκεί στο ξεδοντιασμένο σπίτι του Ανώνυμου, το μικρό γεφυράκι από ξύλο. Και το νερό δεν ήταν βρώμικο, κελάρυζε δακρυσμένο κάτω απ’ την κοιλιά του τόξου. Ένα φιλί στον άντρα από τη γυναίκα που έστρεψε για λίγο την κεφαλή πίσω, μετά πήρε τα δάκρυα από το ποτάμι και γύρισε σπίτι.
40. Όποιο και να ’ναι το άσχημο μέλλον ευλογημένη να ’σαι! Στον κατάλευκό σου κόρφο κελάηδησα σούρουπο και πρωί.
43. Άλλο αίμα να βροντήσει μέσα σου άλλος ρυθμός να κοκκινίσει· ως το τέλος σπυρί-σπυρί, το πουλί στο παράθυρό του, να ’χει το φως – ως το τέλος.
44. Για τελευταία φορά αγαπώ στη ζωή· στο πανί αεράκι (ξέρει πού πάει: δένδρα φθινοπωρινά, σκοτάδια του θανάτου πάλι).

45. Νερό μαύρο σε κατάπιε – η φωνή δεν ακούστηκε. Τρελή επιθυμία να σε δω πάνω από τα νερά, ξύλα καστανιάς τα χέρια σου ν’ αγγίξουν και τα βήματα να ενώσουν τον ποταμό. Κείνη την ώρα ησύχαζαν τα σφαγεία αλλά το μαύρο μοσχάρι δεμένο από την κεφαλή, τα μάτια αναστρέφοντας ψηλά, μουκάνιζε απελπισμένο
-Δεν θα μου πεις καληνύχτα;

ΠΕΙΤΕ ΜΟΥ ΛΟΙΠΟΝ ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ; (αποσπάσματα λυρικών στοχασμών Μάρκου Μέσκου από τα ΑΝΘΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΦΙΔΙ, εκδόσεις Νεφέλη 1998)
46. Σκέφτομαι πως λίγο δεν είναι το μέγεθος του Προσώπου εκείνου που καλύπτει: χρόνια και χρόνια, περιστατικά και γεγονότα, συνεχείς πόνους και κάποιες χαρούλες. Και πώς καλύπτοντάς τα, αρνούμενο τύχη και μοίρα και κοινωνικούς προσδιορισμούς τα σβήνει, τ’ ανατρέπει, δεν έχουν φωνή, σιωπούν στη γωνιά αποσβολωμένα.
Τώρα κυριαρχικά και παντοδύναμα δεν επιτρέπει την όποια άλλη ζωή, πολιορκεί με φωτιές το τρόπαιο του, αυτό που παραδομένο στην απεριόριστη αγαθή σύμπτωση, αφήνεται μετρώντας κάποιο μήκος προ-θανάτου με μουσικές όνειρα και χορούς.
-Πείτε μου λοιπόν τι είναι η Αγάπη;

48. Πασχαλίζει το αηδόνι στο ρέμα μόλις βραδιάζει· μα τρεις η ώρα της νυκτός πλαντάζει μόνο στη σκοτεινιά, πεθαίνει από αγάπη.
49. Από χθες το απόγευμα έχω να μιλήσω (με την πέρα φωνή και τη μέσα). Κάθομαι εδώ και περιμένω δικαιολογώντας καρέκλα – τραπέζι – μολύβι – φως από το πορτατίφ. Τα προσχήματα ως πότε θα σώζουν; Έτσι λοιπόν είναι η σιωπή του κάτω κόσμου; Φωτεινή, ελπίζουσα και απούσα; Ποιος να το πει;
50. Δένδρο που φαίνεται γυμνό, σκοτεινό, καταραμένο. Να βγάλει μια κορφούλα του ψηλά, να ξεμυτίσει από τον Άδη!
52. Μουσική από ανέγγιχτη μοναξιά, σιωπηλή κοιλάδα· ένα δένδρο μοναχό στο τέλος – θε μου! άδειο το χέρι.
53. Κακές κουβέντες πίσω να πάνε, στον τάφο. Εκεί έρημες να ξεχαστούν. Κρασί, μόνο κρασί στα χείλια κι όταν μεθύσεις πάλι να με θυμάσαι.

55. Φιλιά με το δάχτυλο, παντομίμα στα μάτια κλαμένη. Αγάπη του άλλου κόσμου καταποντισμένη, το χαίρε πληγή.
56. Πάλι μπροστά τα συν και τα πρέπει. Τι μέλει να μείνει και τι να χαθεί…
Α, πρέπει να γίνω τιποτένιος, κακός, μοχθηρός, ανεύθυνος, απόμακρος – να χαθώ!..
57. Νεκρός· κι όμως υπάρχεις. Πιάσε την ανεμόσκαλα γερά όπως το σύννεφο τη σκιά, όπως κι συ, να υπάρχει.
58. Ροή της ακροποταμιάς (σκιάς μυστήριο στους όχτους). Το νερό είμαι και συ –θα το ξεχάσεις; - λουλούδι αμάραντο.

59. Κεραυνωμένος το κοιτώ λουλούδι στο νερό. Αγάπη μ’ έπιασε στο λαιμό με δάγκωσε.
60. Δυο ανθρώποι κλείνουν το σύμπαν: μεγάλη αγκαλιά (τον ήλιο μέσα, το φεγγάρι, τα ποτάμια και τα πουλιά).
61. Μέγας βυθός ταράζει το μέσα της νυκτός, απελπισία σκοτεινή. Ανατολή λεπίδι και πρόσωπο χαράζει – πάνω στα κύματα βαδίζω.
62. Φυσάει ο αέρας ξάστερα, καράβια σκίζουνε τη θάλασσα στα δυο. Στο λόφο χτίζεται το σπίτι, γιασεμάκι μ’ έκοψαν τ’ αμύγδαλά σου.

64. Σκληρό αδιέξοδο, δρόμος τυφλός με την πυρά σημαδεμένος. Η αρχή του τέλους των ονείρων; Και πώς ν’ αγκαλιάσω το κορμί σου;
65. Μείωσε την ένταση, το φως σβήσε· οι ενοχές δεν υπάρχουν στον ηλίθιο ύπνο.
66. Σκοτεινιά βρεγμένη παντού, κρύο ψιλοχαράζει. Έρημος κόκορας, πάνω στ’ άχυρα, μάταια την ώρα υπογραμμίζει.
67. Θα βρω τρόπο πάλι να ξεχαστώ. Να θάψω, ζωντανός το σώμα μου.
68. Τώρα γνωρίζεις πώς ζω, τι φορώ, πώς περπατώ, πώς σπάω τον πηλό στα χέρια. Και πώς φυσώντας την πνοή το Χάρο ξεστρατίζω.

ΚΑΚΟ ΚΙ ΑΣΗΜΑΝΤΟ ΠΕΤΟΥΜΕΝΟ ΕΙΜΑΙ· ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ ΑΛΗΤΗΣ, ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ ΜΑΥΡΟΣ ΚΑΠΝΟΣ, ΑΧΥΡΟ ΤΟΥ ΑΛΩΝΙΟΥ ΛΙΩΜΕΝΟ (κι άλλα αποσπάσματα λυρικών στοχασμών Μάρκου Μέσκου από τα ΑΝΘΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΦΙΔΙ, εκδόσεις Νεφέλη 1998)
70.  Μάγια δεν ξέρω στο Θεό δεν πιστεύω και πώς να εξηγήσω πώς κουδουνίζουνε συχνά κοκκινωπά γαρίφαλα στο αυτί μου;
71. Στα γέλια ανάμεσα ο λυγμός – έτσι λοιπόν θα πάμε; Με το χέρι πιάνω το φεγγάρι, το δάκρυ σου με πνίγει.
72. Σκιαγμένη ψυχή τη νύχτα φοβάται συννεφιασμένη – ραμφίζει η αγωνία στα χείλη και φεύγεις πουλί μου.
74. Διπλές τριπλές αλυσίδες· στο μέσον πανέμορφο ζώο. Κοιτάζει την Ανατολή βογγάει, μόλις βραδιάζει κλαίει.
75. Θηρίο της διπλής μοναξιάς δεν νυστάζεις ούτε κοιμάσαι. (Τα χέρια βουτηγμένα στο αίμα, φίδι δαγκώνει το μυαλό μου)
76. Λησμόνησε όσα κακά είπα, δεν είναι η ψυχή μου από χολή. Αύριο πεθαίνω. Και ένα λουλούδι στο στόμα μου φυτρώνει.

78. Γενναίος είσαι! Μη σκιάζεσαι καθώς λαγός στη χαμηλή χλόη. Δες τον αϊτό από ψηλά, φτερά τρεμοπαίζουν στο φως – σπάνια η Αγάπη!
79. Στην άκρια τ’ ουρανού αρμενίζει, επώνυμη κι οριστική. Ανθός ουδέποτε εξαφανιζόμενος, γυναίκα ευτυχισμένη; Ποιος να το πει;

ΟΠΟΥ ΚΙ ΑΝ ΠΑΜΕ ΟΙΚΕΙΟ Τ’ ΑΓΕΡΙ, ΦΙΛΙΟΣ ΗΛΙΟΣ και ΣΚΟΤΑΔΙ ΓΝΩΣΤΟ (σκληρό το ψέμα της ζωής να μοιάζει αλήθεια)
84. Αγάπη τρελή, πολύχρονη δύο μηνών και, ζεστή, μεγάλη, αντιφατική, γελοία, ωραία σαν κυνηγημένο σύννεφο, κλαίουσα στον ποταμό, χαρούμενη με δυο παλαμάκια, αγωνιούσα, ταξιδεύουσα συχνά, επιστρέφουσα πάντα, το τελευταίο αντίο πάλι, τον ουρανό τρυπώντας και τη γη καταρώμενη, φυλακισμένη σε τέσσερις μικρούς τοίχους, πανελεύθερη, μια κίνηση πουλιών για το Βορρά, χιόνια που λιώνουν, φιλιά που αχνίζουν τρέμοντας, παλιόπαιδο του δρόμου, νύχτα με σεντόνια λευκά, τέλος γνωστό, ανονόμαστο άνθος σε κρυμμένο λιβάδι, νύχι της πέρδικας φοβισμένο, μωρό κοιμισμένο στο βυζί, υγρασία στα σκέλια, ποτάμι βαθύ, κόκκινη κατάσαρκη μπλούζα, κουρέλι αγαπημένο, καρφί στο μυαλό, βουνό αγέρωχο, κατεβασιά λύκων, αμνοί βελάζουν, φωτιά μεγάλη, δάκρυα που δεν σβήνουν τίποτε, λεύκες ψυχούλες, γκρεμός με αγριοπερίστερα, πουκάμισο φιδιού δεν βρέθηκε, δαχτυλίδι αρχαίο, φωνή τώρα στο κάστρο, στάρι που λυγάει στον κάμπο, κρασί σταφυλίσιο, μια πενιά από ούτι, τα πάνω κάτω του κόσμου, τρελή Αγάπη, Εσύ

85. Τη νύχτα λοιπόν θα πολεμάμε να πάει το μαύρο πίσω – ο δρόμος ο φαρδύς κλειστός, στο χώμα δηλητήρια φίδια.

86. Το αγρίμι μην το προκαλείς, βγάλε το αγκάθι από το στόμα, φίλησε το. Να λάμπει η ταπεινότητα άσπρο φανταστικό και τότε τι να φοβηθείς;
87. Πίνω νερό τρώω το ψωμί στον κύκλο των ωρών αναπνέω. Φυλλορροεί το δένδρο μα σε λίγο ανθίζει – έτσι μιλώ έτσι αγαπάω.

88. Στην απέραντη γλώσσα των αισθημάτων τι να σου κάνει ένα φιλί από μακριά;
89. Τ’ αστέρια των σκοτεινών αιώνων στα μάτια σου φιλιά μου
στα χείλια σου στο λαιμό – αθάνατη Αγάπη!
90. Με τα μεράκια και τα ωραία του κόσμου είμαι. Χόρεψε πολύ να σε χαρώ. Τραγούδησε μου το θάνατο.

91. Θάλασσα είσαι – χάθηκες μακριά κύμα το κύμα. Τι μένει από μένα; Όστρακο στεγνό στην άκρη.
92. Έρωτας στον καπνό, δαγκωμένα τόσα τσιγάρα. Σε λίγο στρίβει το μονοπάτι, γιατί να σ’ ανταμώσω, γιατί;
93. Αργότερα θα πονέσουμε πιο πολύ, έλα, κόψε το χέρι. Η καρδιά λυγώντας μορφάζει, πόσο θ’ αντέξει;
94. Κρύο φιλί λευκό. Είσαι νεκρή ή εγώ πεθαμένος; (Τα χόρτα από τη άκρη γέρνουν να με σκεπάσουν)
95. Σαν την ψιλή βροχή στα πόδια ήρθες νυχοπατώντας. Εκείνου του νερού που λησμονάει, μια σταγόνα σκοτώνει.
96. Το απόγευμα ψηλά πετούν πουλιά για το Βορρά. Τι βλέπουν άραγε; πού παν και πού τη νύχτα θα περάσουν;
- κάποιο κλωνί στασίδι του ύπνου για το άγνωστο ταξίδι καθώς στα μάτια τους θεούς κοιτούν αυτοκτονώντας.

97. Ψέματα δεν είπα: υπάρχει το κοκόρι, νόμισμα και τρυγόνα. Ψιλόλιγνη λεύκα χαϊδεύει τον αέρα λέγοντας σ’ αγαπώ.
98. Νύχτα και μέρα ένα, πνιγμένα τ’ άστρα του φωτός και η χλωμή σελήνη, όνειρο και κρασί, καρδιά και νους, τα μπλε σου και τα λευκά σου μήλα.
99. Βουρκώνει ο καιρός κι όμως ένα δένδρο στολίζεται. Έχει το νερό και το φως, το μυστικό αεράκι, στοχάζεται μακριά – στολίζεται. Θα βάλει τα λευκά άνθη προς συνάντησιν, λυχνάρι της νύχτας και γάλα του Έρωτα και φιλιά στην αιωνιότητα της Γης.
Τρέμουλο στην ψυχή. Μαζί με το παμπάλαιο ρήμα καρτερώ.
100. Τσιγγάνικα βαλτόνερα, σύννεφα από κυπαρίσσια θα φύγουν μια νύχτα τρελαμένα, θα χαθούν. Και μόνο εσύ θα ’σαι κοντά μου.

101. Σ’ αγαπώ γιατί δεν μπορώ να φανταστώ τα γηρατειά σου – τη χαμένη μου ζωή θέλω να πάρω πίσω.
102. Χαίρονται οι κάργες την ομίχλη τ’ ουρανού. Γιατί ρωτάς πού είναι η χαρά; Δεν ξέρεις;
103. Σημείο αποχαιρετισμού τρέλα της δαμασκηνιάς ανθισμένη – σαν μόνος στο δωμάτιο με τη νεκρή μου μάνα.
104. Μαζί δεν είναι ψεύτης ο ντουνιάς λέει το πουλί γοερά μα ευθύς σβάρνα το πήραν άνεμοι, χάνεται στη μαυρίλα.
105. Σπαθιά στον ήλιο, λεπίδι στο φεγγάρι – τέρμα λοιπόν; Κλάψε. Το βραχνό κοκοράκι φωνάζει, ακόμα, σφαγμένο.
106. Όνειρο και ζωή, ζωή και θάνατος – τίποτε νέο παλιό τίποτε. Έλα να σε δω πάλι στα μάτια, να σε φιλήσω.

107. Γρήγορα σκοτεινιάζει γιατί δεν έχω το πρόσωπό σου.
108. Φύλλα που σαλέψανε μετά το φτεροκόπημα του πουλιού. Φύλλα.

[επιλογές λυρικών στοχασμών από τη συλλογή του Μάρκου Μέσκου «ΑΝΘΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΦΙΔΙ, Τρίτη έκδοση Νεφέλη 1998 – Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρώτη φορά σε ιδιωτική έκδοση το 1983 – Ακολούθησε η 2η έκδοση Ύψιλον/ βιβλία 1986]


ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ:
«Ξέρω πολύ καλά αυτή την αναπνοή που βγάζουν πολλές φορές η βροχή, και το χιόνι, και η ομίχλη και η λιακάδα. Όλα τα τοπία, όμως, κρύβουν από πίσω τους μια ανάγκη - την ανάγκη να φανερώσουν (ή να κρύψουν) μια σκέψη, έναν συλλογισμό, ένα πρόβλημα»
«Η ποίηση υπάρχει σαν ένας κρυμμένος θησαυρός στα αισθήματα των ανθρώπων. Είναι μια κρυμμένη ομορφιά, η οποία -σαν ένα τεράστιο μυστικό- καταφέρνει και εκμαιεύεται από κάποιους γραφιάδες, ποιητές. Εγώ πιστεύω ακράδαντα ότι η ποίηση είναι ένα από τα ουσιαστικά μεγέθη που προσδιορίζουν και τη ζωή και την έκφραση των όντων επί του πλανήτη Γη. Και, επιμένω να ισχυρίζομαι ότι, αν ο πλανήτης Γη μαυρίσει τελείως από τους επιχειρηματίες, από την αγορά, από όλα τα κακώς κείμενα, η ανθρώπινη φύση θα μεταναστεύσει σε άλλους πλανήτες - κάποτε. Και εκεί θα βρει τις καινούργιες αγκαλιές της, τις καινούργιες φωλιές της. Και εκεί θα εκφραστεί... Το λέω σ' αυτούς που υποστηρίζουν ότι έρχεται το τέλος της ιστορίας, το τέλος της ποίησης... Δεν είναι έτσι, κατά την ταπεινή μου γνώμη. Δεν τελειώνουν τα πράγματα, όσο υπάρχει ζωή θα υπάρχουν και η ομορφιά και η ποίηση και οι αναζητήσεις που ολοκληρώνουν τα όντα της Γης…» (απόσπασμα από συνέντευξη του ποιητή)

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Ο Μάρκος Μέσκος γεννήθηκε στην Έδεσσα της Μακεδονίας το 1935. Εκεί οι εγκύκλιες και οι γυμνασιακές του σπουδές. Κατ' αρχάς στο εμπορικό κατάστημα του πατρός του και κατόπιν, 1965-1980, στην Αθήνα. Απεφοίτησε από το Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Σχολής Δοξιάδη Αθηνών το 1968. Εργάστηκε, μεταξύ άλλων εργασιών του ποδαριού, ως γραφίστας σε αρκετά διαφημιστικά γραφεία αλλά και επιμελητής εκδόσεων. Πολύ πριν, από το 1957, είχε συνδεθεί με τη συντακτική ομάδα του περιοδικού ΜΑΤΥΡΙΕΣ. Γράφει ποιήματα από το 1952. Συνεργάστηκε με ποιήματα, μελέτες και πεζογραφήματα σε πολλά περιοδικά. Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Από το 1981 είναι εγκατεστημένος στη Θεσσαλονίκη. Φίλος και συνιδρυτής της εκδοτικής ομάδας των ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ ενώ από το 1987-1993 εργάστηκε ως υπεύθυνος των εκδόσεων της Α.Σ.Ε. Έχει τιμηθεί με το βραβείο ποίησης του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ για τους ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ 1995, και με το βραβείο του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη.

ΤΟ ΑΝΤΙΟ
Φύλλο ξερόφυλλο  σαν πεταλούδα φθινοπωρινή πέφτοντας
νανουρίζεται –  στο καλό! στο καλό!  

Ήταν δικό σου το αντίο
τύχη και μοίρα και ειμαρμένη
λέξη που κουδουνίζει σαν κάτι άλλο'  

φύλλο φυλλαράκι  γνωστό από τα παλιά
όχι ζούδι νεκρό  μα προσδοκία
λευκής νιφάδας  στο μέτωπό σου τώρα
που έγινες σιωπή  και ποίημα και σκοτάδι
έγινες  δύσβατο φως καθώς θερίζει την αιώνια ματαιότητα.