Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2019

ΤΟΠΙΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ ΠΙΣΩ ΑΠ’ ΤΙΣ ΦΩΝΕΣ ΤΗΣ ΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ


Την τίγρη ακολουθήσαμε στη φωλιά της

νυχιές στο χώμα και τις στάλες βροχής απ’ τη μουσούδα της.Όπως σηκώνει το πόδι και διαλέγει το φύλλο ή σκύβει στο ζώοτο συντροφεύει ως την εξαφάνιση / και φοβάται το φως-τοπία ξεχασμένα πίσω απ’ τις φωνές της λείας και του έρωτα-την τίγρη την νυχτερινή / τη μάνα / πώς ελαφροπατείκαι την ημέρα σε λήθαργο ονειρεύεται τ’ αστέρια…Η πλάτη της ξεδιπλώνεται όπως ο νοτιάς.Άγνωστη η θάλασσα στην τίγρηκι όμως ωραία της μοιάζει στην κίνηση,στα μάτια που έρχονται πάντα από πέρα.Το φεγγάρι! Και τινάχθηκε.Όλο και πιο πολύ κατεβαίνει στα μυστικά…Βρίσκει τη σιωπή / τη σηκώνει με το νύχι / την τοποθετεί σε ό,τι αγγίζει.Τι τρυφερή η τίγρη στη σιωπή!Ποια μουσική ακούει με το τέταρτο πόδι στον αέρα…Σταματά το χρόνο μπρος στην πεταλούδαπηδάει  έπειτα στη μέση του κύκλουδροσιά, μεσάνυχτα / δίψα και ξημερώματα[Η ΤΙΓΡΗ από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 63-69  από τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της ΠΟΙΗΣΗ 1963-2011 εκδόσεις Καστανιώτη 2014 και με ΚΛΙΚ στη φωτογραφία της ποιήτριας η δεύτερη ενότητα από το ίδιο ποίημα και ΤΑ ΜΗΛΑ ΤΗΣ ΝΕΚΡΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ]




Η ΤΙΓΡΗ ΙΙ

Όταν πεθάνει η τίγρη
θ’ ανεβαίνει στη κλίμακα
με ψυχρές τις μέρες ν’ αγρυπνούν
σαν μάτια ορθάνοιχτα της νύχτας.
Άσπρος ο θάνατος σαν το γάλα της
τη φέρνει στη Σκοτία.
Κάποιος τρελός βασιλιάς
διασκεδάζει τους λαγούς
με μαργαρίτες
παίζει σταυροφορίες στην άμμο
σπρώχνει τη θάλασσα με την παλάμη –
γάτα μαλακή τραβιέται στον ορίζοντα.
Εδώ που στάθηκε ο μάγος
πριν ανοίξει τις εσάρπες
με τα χιόνια
τώρα δυο γαϊδούρια
τεντώνουνε τ’ αυτιά.
Α! Ήρθε ο Πέρσελ με την παλίρροια
τον ερχομό της τίγρης να ευλογήσει!
Τίγρη του μεταθάνατου
πώς το ψοφίμι πήδηξες;
Με το ξεχασμένο λάβαρο του ιππότη στα δόντια
απ’ τα ερείπια της εκκλησιάς του βράχου
γκρεμίζεσαι στον ωκεανό.
Νύχια και κοχύλια
κραξίματα νεογέννητων πουλιών
κι αόρατες βιολέτες…
Πώς να χαϊδεύει η πέτρινη κοιλιά της
τα πράγματα της ακτής!
Ξέρει η τίγρη το θυμό των φύλλων
και των κυμάτων·
μάγισσα της Ισημερίας
μιλάει με το ζεστό καιρό
φύκια στον Άγιο των Αγίων
και λειτουργεί η τίγρη
χωρίς θήραμα ή πηγή
αρχίζει την έρημο
κλειδώνει το περιβόλι των πιστών
όπου ανθίζει άσπρη πάντα
μια αλυκή.
Με δυο κομμάτια ουρανού
καταιγίδα και Μάη
ζυγιάζει τα παλιά ένστικτα
και τη σοφία.
Πέθαναν οι κουρσάροι
απ’ το φόβο της στεριάς σαν άραξαν
κι έμεινε να μετράει η τίγρη
ταφόπετρες στα πλευρά της.

Τίγρη, μόνη με το χειμώνα
χτυπάς κι εσύ τις μέρες
στους βράχους
μετράς τις άκρες του κόσμου
μα ξέρεις το κέντρο.
Μια αστραπή
-το ελάφι της νιότης-
σε σχίζει πάλι
σε χίλιους θανάτους
όλους σε κορφές απόκρημνες
της γέννησης.

ΤΑ ΜΗΛΑ ΤΗΣ ΝΕΚΡΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

«Και φυτρώνουν δένδρα εκεί, μ’ ανοιχτόχρωμο καρπό, κάτι σαν στάχτη ή ζωμό, μαρτυρία της εκδίκησης του Θεού που έκαψε τις πόλεις αυτές σε φλόγες Κόλασης» (Syr John de Mandeviles Travayles MS saec XIV)

Οικόσημο βαθύ το μυστικό
ένα όνειρο, το δένδρο
μια μηλιά.

Με τις Γραφές μεγάλωσε
κι ακόμα περιμένει
τον Μωυσή
 με το κλαδευτήρι
την Ελένη, το νερό…
Ρίζωσε στα Σόδομα
πέτρωσε στ’ αλάτι
υποκινητής της φαντασίας μια έρημος.
Αχ ν’ άγγιζα τη φωτιά και την κατάρα
να μην πεθάνω παρθένος
έλεγε ο ποιητής
κι η καμπούρα σκιά του διασκέδαζε το φως.

Ο ιππότης πέρ’ απ’ την περιπέτεια
αγαπάει ίσως τα σύννεφα.
Μείναν κείνα στου Κάστρου την πόρτα
με την κυρά να ζωγραφίζει τριαντάφυλλα στην πάχνη
σαν του ’λεγε: Ναι, να πας
είναι καλό να ξεμακραίνει η αγάπη
να γίνεται άλλα φανερώματα πριν… μετά…
Κι ο Μυστράς χαράζει με το νύχι
σημάδια ιερατικά στον ουρανό
οι μυγδαλιές με τ’ άνθος τον στηρίζουν
κι οι πέτρες ψυχές γερακιών
μαγνητίζουν ή εγκαταλείπουν το τοπίο
διστάζουν ως την κορφή.
Εκεί τα πηγάδια του αγέρα
Χαιρετισμοί, δράκοι του Πάσχα
τα καματερά σαν έχουν πια πεθάνει.
Μυστράς
το τίποτα μοιάζει στον ήλιο κι αιχμαλωτίζει
περισσεύει η αγιοσύνη και το θάρρος
ό,τι σκληρό τελειώνει στη ρίζα της ελιάς
ό,τι όνειρο σε μια θάλασσα αδιόρατη.
Χάνω την κίνηση
υψώνομαι, βυθίζομαι
το φως με τη σκιά μπολιάζω
τολμώ.
Η πίστη έχει τη φυσικότητα της ρεματιάς
και με χωρίζει από τον κόσμο.
Κορφές μακρόσυρτες αναβλύζουν οι πηγές
κι εγώ μαζί τους
πάλι θα κλάψω, πάλι θα γκρεμιστώ
πάλι δόξα θ’ αναπέμψω
γιατί με κουβαλούν, ιππότη
ως την πρώτη αμυχή
ως την παλιά αιτία.
Αφήνεις πίσω τον Μυστρά
ακρότατο πείσμα
δικό σου, της γης, του ιερέα
και πας προς τη Νεκρή Θάλασσα
τη Νεκρή απάντηση.

Τούτο το χώμα
πικρός σύντροφος στη βλάστηση
χρυσάνθεμα φαρμακωμένα οι σπόροι
προχωρούν τη Δύση.
Τούτο το χώμα
σβόλους σέρνει
μάτια νυσταγμένα των νεφρών του
δεν ιδρώνει, δεν μυρίζει
το μεσημέρι σιγοψέλνει το θάνατο
κι ακούγεται η αχτίδα να ραβδίζει.

Ο ιππότης, ο ποιητής
όλο και πιο πολύ μοιάζουν στην πεταλούδα
σαν ξεραίνεται το περίγραμμά της στην κάψα
και κουρνιαχτός πια ξαναγυρίζει στο φως.
Τετράστηλη η κίνηση των αλόγων
χώνονται τα φαντάσματα να δοξαστούν
μιλάνε
φαίνονται οι βοσκοί, τα πρόβατα
τα λιοτρίβια του πρωινού.
Αυξάνει η πόλη
άπειροι σιδεράδες τη δουλεύουν στο αμόνι
Οι μυρμηγκόδρομοι τη ρυμοτομούν
και κάθε τόσο τη σηκώνουν τα πουλιά
πιο κοντά στο μάτι του Θεού
να τη μετρήσει.
Σόδομα, μοίρα βαθύστερνη
ανέβαιναν με τον Ίκαρο\
μικρή ισορροπία των ανέμων
αποτίναξαν το βάρος της σποράς
στα σύνορα μέρας και καλοσύνης
μαύρο ξυλιασμένο
στάθηκε το ξόδι.
Με τον Ίκαρο
εκσφενδονίστηκε μιαν άνοιξη ψηλά
και χάσκει ακόμα στον ουρανό ένας λάκκος.

Χωρίς ορίζοντα, χωρίς περίβολο
παραστάτης της σιωπής φάνηκε το δένδρο.
Πέταγε κλαριά
κλοτσούσε ρίζες
έφτυνε κόμπους και πληγές..

Αόρατα πλήθαινε το φύλλο της κορφής
χυμός νερό
νερό χυμός
έσταζε το δειλινό, βροχή μικρή του δένδρου.
Μήλα, φεγγάρια
τέλειοι κύκλοι οι βιβλικές διηγήσεις
στη μέση το μυστικό
οι ήχοι, τα φορέματα
το σπάνιο περιστέρι. Τότε…
Κλαριά χωρίς σκιά
έτσι που με τη φθορά είχε κοπεί ο διάλογος.
Δάγκωσε ποτέ κανείς τη φωτιά
τη στάχτη, τ’ αστροπελέκι;
Γεύτηκε το σεισμό, το κάρβουνο
το θειάφι σαν ψωμί;
Έσφιξε στο λαρύγγι του τον τρόμο της γέννησης
σε γλώσσα χόρεψαν ποτέ
τα μυριοκέφαλα τέρατα του χρόνου;
Ο ήλιος του Κύκλωπα
το αλάτι το πρώτο
πριν ακόμη απ’ τον Παράδεισο και τους κήπους
τη γυναίκα, την παραδοχή
κατάπιε κανείς
τους τάφους όλους μαζί
στα λιβάδια της θλίψης
πάντα κάτω απ’ ένα κυπαρίσσι
καθώς ο Αη-Λιας σκαρφαλωμένος με τ’ ασφοδέλια
πλάθει τα μελλογέννητα στο φως το κοντινότερο;
Έσφιξε ποτέ κανείς στα ούλα του
ωραία λειτουργικό τ’ άστρο της αυγής;
Βουίζ’ ο ιππότης
χύνονταν ποτάμι τ’ όνειρο του ποιητή
γκρεμός ο φόβος της παρθενιάς
γκρεμός η κυρά στ’ ακροτείχι.
Ποιο λιοπύρι έσταξε στην καρδιά τους
και φανερώθη η νύχτα
και μίλησε η στάχτη
και βρέθηκε το χνάρι του θανάτου;

Τα Σόδομα και τα Γόμορρα
βαλσαμωμένα απ’ την πολλή φωτιά
χάσαμε πάλι τα ίχνη τους
μες στον Οκτώβρη
που ’σπειρε νέες κυψέλες τη θάλασσα.

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ:  Το Έσω σώμα  ή η αρχή ενός ατελείωτου ταξιδιού: Προσπαθώντας να ιχνηλατήσω τα ορατά και ίσως τα κρυμμένα σημάδια της πορείας της ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ μέσα στον χρόνο, ανέτρεξα στις αρχές αυτής της πορείας, στο πριν από 50 χρόνια εκδομένο πρώτο βιβλίο της Λύκοι και σύννεφα (1963). Η προσοχή μου αγκιστρώθηκε στον πρώτο στίχο της πρώτης ενότητας εκείνου του βιβλίου, της ενότητας «Βύτος και Αλιείη», και στην αφιέρωση της ενότητας. Ο στίχος είναι «Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού» και η αφιέρωση είναι «Του Νίκου Καζαντζάκη». Στο ποίημα ο στίχος εκφέρεται από την ποιητική περσόνα, όπως λέμε, την περσόνα του Βύτου. Κατά μία μυθολογική παράδοση ο Βύτος είναι σύζυγος της Θεάς του έρωτα και της γονιμότητας, της Αφροδίτης. Ο Βύτος και η σύντροφός του, η Αλιείη, η γυναικεία περσόνα, συμπλέκονται στο ποίημα με τον κρητικό μύθο του Μινώταυρου. Τόσο τα μυθολογικά πρόσωπα του ποιήματος όσο και η αφιέρωση της ενότητας στον εκλεκτό και αγαπημένο νονό της Αγγελάκη-Ρουκ, τον Νίκο Καζαντζάκη, σκέφτηκα ότι λειτουργούν ως πρόδηλα σήματα της σύνδεσης της τότε εικοσιπεντάχρονης αλλά και τόσο ώριμης ήδη ποιήτριας με τις πατρογονικές ρίζες του τόπου της και των ανθρώπων του. Από εκεί και πέρα άρχισε η κυοφορία του ποιητικού έργου της και το ρίζωμά του μέσα στον χρόνο με 15 ποιητικά βιβλία – τουλάχιστον έως το 2011 που κυκλοφόρησε Η ανορεξία της ύπαρξης… Ξαναγυρίζω όμως στην αρχή της πορείας και ξαναπιάνω το νήμα του πρώτου στίχου, «Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού», επειδή μου φαίνεται ότι ο στίχος αυτός είναι η άκρη του κουβαριού που μπορεί να μας οδηγήσει έξω από τη σπηλιά του Μινώταυρου, στο φως της ζωής και της ποίησης που διανύθηκαν με την επίγνωση ότι το σώμα είναι η αρχή ενός ταξιδιού ή, για να το πω αλλιώς, ότι «κατά βάθος ο ποιητής έχει ένα θέμα: το ζωντανό σώμα του», σύμφωνα με την πολύ γνωστή ρήση του Σεφέρη από τις Μέρες 1945-1951, που η Αγγελάκη-Ρουκ έβαλε ως επιγραφή στο βιβλίο της Μαγδαληνή το μεγάλο θηλαστικό (1974)… [απόσπασμα από το ΣΧΟΛΙΟ του Ευριπίδη Γαραντούδη στο περιοδικό ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ]


Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2019

ΚΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΑΛΛΑΞΕ ΡΟΥΧΑ ΚΙ ΕΦΥΓΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΙΣΩ ΠΟΡΤΑ

Τα βράδια συγκεντρώνονται οι κυρίες των τιμών ενός μακρινού βασιλείου που χρεοκόπησε να πιούνε τον καφέ τους και να συζητήσουν για το πόσο ακρίβυνε η ζωή.
Γριές κυρίες κάποτε όμορφες είχαν επισκεφτεί γυμνές τη Μεγαλειότητά του στην κρεβατοκάμαρα.
Τώρα τα ίδια εκείνη μέλη κρύβουνε τους αρθριτικούς τους θρόμβους κάτω από τριμμένα μάλλινα φορέματα.
Κάποια, που έμαθε στις ώρες της ανίας της να λέει τον καφέ, αναποδογυρίζει τα φλιτζάνια κι αρχίζει να διαβάζει το παρελθόν:
«Ήμασταν κάποτε… Τα δωμάτια ήταν μεγάλα… επιπλωμένα μόνο με άνθη
και φωτισμένα μόνο απ’ τα γυμνά κορμιά ωραίων γυναικών…»
Κι η βροχή, μαυροφόρα βροχή,
κυρά των μακρόσυρτων θρήνων, ανίατα άρρωστη
και σκουριασμένη από τα ίδια της τα δάκρυα,
έρχεται και κρούει δίχως αποτέλεσμα την πόρτα.
Κανείς δεν της ανοίγει,
μένει στους δρόμους και χτυπιέται σαν τρελή, πάνω στους τοίχους και τα κράσπεδα, απελπισμένη.
«Τα κορμιά μας…
Κι ο βασιλιάς άλλαξε ρούχα κι έφυγε από την πίσω πόρτα, παίρνοντας μόνο τη βασίλισσα μαζί του».
 (ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ από τα η συλλογή του Αργύρη Χιόνη ΣΧΗΜΑΤΑ ΑΠΟΥΣΙΑΣ 1973 ]


ΠΑΡΑΚΜΗ
Ο θρόνος σκαλισμένος σ’ έβενο
και πλουμισμένος με χρυσά αμπελόφυλλα
όπου ενεδρεύαν ερπετά με ρουμπινένια μάτια.
Δρηστήτες και θεραπαινίδες εμφανιζόταν αθόρυβα,
κομίζοντας σε ασημένιους δίσκους
πολύχυμους καρπούς και κεφαλές στασιαστώ,
και το ίδιο αθόρυβα αποχωρούσαν
για να επιστρέψουν πάλι με κρυστάλλινα ποτήρια
γέμοντα οίνου και αίματος.

Ω, ανάλαφρη ζωή
στους κόλπους του μεσουρανούντος βασιλείου,
γλυκιά παιδιά των ακροδακτύλων
πάνω στη γούνα λεοπαρδάλεων ταριχευμένων,
πάνω στη φρικιώσα σάρκα υποταγμένων παλακίδων!..

Ο κήπος άρχιζε απ’ τον έρωτα
και τέλειωνε στη σιωπή.
Γόνιμος απ’ τα λείψανα των αιχμαλώτων,
άνθιζε τροπικά λουλούδια
κι έδινε καρπούς τόσο γλυκούς
που οι εραστές συχνά αποξεχνιόντουσαν
διανύοντάς τον.

Τα βράδια παίζαμε χαρτιά, ξιφομαχούσαμε
και, προς τα ξημερώματα,
διώχνοντας με βελούδινα παραπετάσματα το φως,
καπνίζαμε μακριά τσιγάρα
ποτισμένα μ’ ακριβά ναρκωτικά.

-Άκουσε το σαράκι!
-Είναι καινούργια τα έπιπλα
-Άκου το τρίξιμο στις σκάλες!
-Είναι ο άνεμος.
-Ναι, είν’ ο άνεμος,
απεσταλμένος απ’ τη χώρα του θανάτου.
Απρόσκλητος θα κατοικήσει τώρα σ’ όλα τα δωμάτια.
Ξηλώστε τα παραπετάσματα,
σπάστε τις πόρτες, σπάστε τα παράθυρα,
δεν ωφελούνε πια,
δεν ωφελούνε πια τα ενδύματα
ούτε οι σάρκες ούτε τα οστά·
ο άνεμος έχει εκπορθήσει την ψυχή μας.

Έτσι περάσαμε στην άλλη όχθη.
Όλη η προηγούμενη ζωή μας
ένα μπακιρένιο νόμισμα ανάμεσα στα δόντια μας
για τα πορθμεία.
Κανείς δεν μα το ζήτησε.

ΚΑΡΤΕΡΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ
Ρηχά της Αυλίδας τα νερά
και των εχθρών μας συνεργός ο αγέρας.
Των καραβιών μας οι καρένες ρίξαν ρίζες στο βυθό
και βλάστησαν οι κορυφές των καταρτιών μας.
Μακρινή και άπαρτη η Τροία
ατιμώρητη θα συνεχίσει ν’ ασελγεί
γιατί απροστάτευτους μας παρατήσαν οι θεοί μας
και μόνον ο Διόνυσος απόμεινε
να τριγυρίζει ανάμεσά μας,
φίλος δήθεν –στην ουσία δολιοφθορός –
κερνώντας άκρατο κρασί τους ναύτες
για να λησμονήσουν το ταξίδι.
Κι αυτοί, πήραν μαζί τους στη στεριά,
εξάντα και βαρόμετρο
και βάλθηκαν να ταξιδεύουν μέσα στο κρασί
και μέσα στις κοιλιές των γυναικών
που ’ναι το ίδιο απύθμενες με τον ωκεανό.

Κάτι τέτοιες ώρες, κάτι τέτοιες ώρες
που ξαναβρίσκει η Μέδουσα το φιδοφυτεμένο της κεφάλι
και οι Σειρήνες αρχινούνε πάλι
εκείνο το τραγούδι το παλιό·
κάτι τέτοιες ώρες, άδειες σαν κομμένες αρτηρίες,
σε θυμούμαι ορθό στην πλώρη
της ελπίδας μας σηματωρό.
Τώρα σαπίζουν ξύλα στο νερό,
σαπίζουν πορτοκάλια και λεμόνια,
γυαλίζουν νεκρά στρείδια στο βυθό
κι άδειες, δίχως μηνύματα μποτίλιες.
Τα ψάρια καταβρόχθισαν το δόλωμα,
τ’ αγκίστρι και την πετονιά και τον ψαρά
και μετανάστευσαν σ’ άλλα νερά.

Στην προκυμαία, δίχτυα ξεχασμένα
γίναν παγίδες ποντικών και γάτων·
έσμιξεν ο φόβος με την τόλμη στην ίδια απόγνωση,
έσμιξεν ο κυνηγημένος με τον κυνηγό στον ίδιο θάνατο.

ΜΥΘΟΥ ΔΙΑΒΡΩΣΗ
Του τραγουδιού οι καμάρες θρυμματίστηκαν,
σωριάστηκε η δροσιά του μοιρασμένη
σ’ αιχμηρά χαλίκια και σε μικρά σύννεφα σκόνης.
Πυρός ο αυλός καίει τις ρώγες των δαχτύλων
και τα χείλη του Πανός
κι οι νύμφες με την κόμη πυρπολούμενη
μεταμορφώθηκαν σε ιέρειες θανάτου.
Ο Ξάνθος μ’ υδρατμούς θρηνεί
τα ψάρια και τα βούρλα του
και κουλουριάζεται σαν φίδι λαβωμένο,
τον οίκτο του Ηφαίστου εκλιπαρώντας.

Φρυγμένη η βλάστηση στον τρωικό τον κάμπο εφέτος.
Το στάρι, πλακωμένο από τα πτώματα
Τρώων κι Ελλήνων, μαραζώνει.
Η μαύρη αγορά, της σιτοδείας γέννημα, δίνει και παίρνει.
Ο κύριος Αγαμέμνων φόρεσε χρυσή μασέλα και χρυσή καδένα,
πουλώντας και στα δύο στρατόπεδα
κονσέρβες σαπισμένου κρέατος,
και η παρθένος Χρυσηίς φθείρει τους πολιορκητές
με αφροδίσια νοσήματα.

Σαν θα τελειώσει αυτός ο πόλεμος
σαν  θα περάσει στα μουσεία,
με ταριχευμένες κάρες, με μακριά σπαθιά και πανοπλίες,
θα σου μιλήσω για τον έρωτα,
θα σου μιλήσω για τις μικρές,
τρυφερές Κυριακές της άλλης ζωής
που διήνυσα καβάλα σ’ ένα καλάμι.

Για την ώρα σβησμένο το φως
και τα χέρια, χέρια τυφλών,
συλλαβίζουν τη νύχτα.

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ:  Ήμουν ακόμα στην αρχή του δρόμου, όταν μου περιγράψανε το τέλος του. Προσπάθησα να το ξεχάσω για να συνεχίσω να βαδίζω, όμως δεν μπόρεσα. Έτσι, έμεινα ακίνητος ή, μάλλον, έφτασα στο τέλος χωρίς να διανύσω την απόσταση. ΠΑΡΑΒΟΛΗ: Κράτησα τη ζωή μου μπρος στα μάτια μου σαν το καλειδοσκόπιο που το στριφογυρίζεις, μάταια πασχίζοντας τα σχήματα που πέρασαν να επαναλάβεις. ΑΠΟΦΑΣΗ: Πάνω στα ερείπια της παλιάς, θα οικοδομήσουμε τη νέα πολιτεία, για να μη χάσει ο θάνατος το δρόμο του σα θα θελήσει να ξανάρθει.     [από τη συλλογή του Αργύρη Χιόνη ΣΧΗΜΑΤΑ ΑΠΟΥΣΙΑΣ 1973]

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019

Η ΜΕΣΑ ΟΨΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΕΙΝΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Τώρα που ο κόσμος τρύπησε κι απ’ την πληγή του στάζει ο καιρός
Αν σ’ αγαπώ είναι που σ’ αγαπώ στον πόνο σου
Αν σε μισώ είναι που με τυφλώνει ο πόνος μου
Η απελπισία μου τινάζεται τη νύχτα απ’ το σκοτάδι της
Και σπαρταράει με θόρυβο ερπετού μέσα στην κάμαρα
Τέρας οικόσιτο προκατακλυσμιαίο που βγαίνει απ’ την κοιλιά μου
 και σεληνιάζεται σφαδάζοντας στο δάπεδο –
Η απελπισία μου στριγγλίζει με ψιλή φωνή:
Εσύ εσύ εσύ εσύ
εσύ
εσύ
και η μοναξιά του χρόνου…

Τι θέλω εγώ σ’ αυτό το αέρινο άπειρο
Χωρίς ιδέες χωρίς σκοπό χωρίς ταυτότητα
Και γύρω άνθρωποι μια μυρμηγκιά στρίβοντας δρόμους…  (ΑΕΡΙΝΟ ΑΠΕΙΡΟ)

Κατρακυλώντας απ’ τη μήτρα που ’ταν κάποτε ο καιρός
Και τώρα ο τόπος… (ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ)

Προκαλώ τι φθορά μου καιγόμενος
Καίγοντας κίτρινα φύλλα παλιών ποιητών
Κι ό,τι άλλο αγάπησα στην πρώτη περίοδο του μίσους (ΕΜΠΡΗΣΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ)

 (Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ από  τη συλλογή του Αντώνη Φωστιέρη ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1977 με τίτλο ένα στίχο από το ποίημα ΑΕΡΙΝΟ ΑΠΕΙΡΟ και δίστιχα τρίστιχα από τα άλλα ποιήματα της συλλογής  που ανθολογούνται παρακάτω. Στη φωτογραφία μια στροφή από το ποίημα ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ: «Νύχτα στα όνειρα αλλάζοντας πλευρό ζωή και σώμα… Σκίζοντας άξαφνα το φόντο του ονείρου]



ΤΟ ΠΑΡΤΥ  (από την συλλογή του Αντώνη Φωστιέρη ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1977)
Γη νύχτα ανάσκελα σ’ ένα τσουβάλι άστρα
Καπνίζοντας τη μοίρα μου βαρύ τσιγάρο
Και διόλου ελπίζοντας πως θα φανεί το θαύμα
Γυρνάω και φτύνω τον αμείλικτο ουρανό
Καθώς θα έφτυνα ιερό σκουλήκι.

Ουρανέ ουρανέ άκου τη σκέψη μου
Είσαι το αντίστροφο κρεβάτι ενός πορνείου
Είσαι το άχρηστο κρανίο ενός νεκρού.

Κανείς δεν μ’ απαντάει κανείς δεν μ’ άκουσε
Νιώθω πως είμαι ο αμνός της μοναξιάς
Η ευδαιμονία του κενού με συγκλονίζει.

Α ουρανέ ουρανέ η στέγη τρύπησε
Τα κεραμίδια σου γκρεμίστηκαν με κρότο
Οι τρομαγμένες γάτες σου πεθαίνουνε απ’ την πείνα.

Ποιο χέρι θα σε συγκρατήσει απ’ την απώλεια
Ποιο δυνατό σφυρί θα σε καρφώνει ακλόνητα·
Στο ύπαιθρο στο δροσερό χορτάρι στην ερμιά
Σηκώνομαι και παίζω πιάνο με διαβολεμένο κέφι
Η μουσική καπνός γεμίζει την ατμόσφαιρα
Τα δυνατά ποτά και ο χορός ο αέρινος
Κοίτα οι δυνάμεις σου βουβαίνονται μπροστά μου

Παλιό μου ίνδαλμα
κι ύστερα φίλε
και τώρα απόβλητε
Αυτό το πάρτυ θα ’ναι προς τιμήν σου

Η ΑΠΟΓΕΙΩΣΗ
Είσαι στο βάθος και σ’ ακούω που τραγουδάς
Είν’ η σπασμένη η ξεχασμένη πια φωνή σου.
Τις νύχτες έρχεσαι στον ύπνο μου αγρυπνάς
Χτυπούν οι έλικες στην απογείωσή σου.

Σε σάπιο φως πετούν πουλιά που είχα πολύ
Στον πρώτο θάνατο στην πρώτη μου ζωή αγαπήσει.
Κι είσαι κι εσύ μαζί μ’ αυτά η ανατολή
Που είχα ελπίσει πίσω από τη δύση.

Αφρός σκοτάδι κι αίμα χύνεται απ’ το φως
Χύνεται ο ήλιος κάποτε που λιώνει.
Στις ζωηρές φωνές μας ο καιρός είναι κουφός
Και κάθε ποίημα αρχίζει και τελειώνει.

ΑΕΡΙΝΟ ΑΠΕΙΡΟ
Απόψε τρεις τη νύχτα επιστρέφοντας
Μυρίζοντας οινόπνευμα καπνίζοντας απανωτά τσιγάρα
Και προσπαθώντας να περάσω τον βρεμένο δρόμο
Πλατύ ποτάμι με πιράνχας που ορμούν σφυρίζοντας.

(Αυτή η ευθεία  βγάζει προς το σπίτι μου
Ετούτη η νύχτα είν’ η δροσιά του κόσμου
Η γη είναι γη
Το σύννεφο είναι σύννεφο
Η μέσα όψη των πραγμάτων είναι η ποίηση
Κι όλα μαζί το απόπληκτο χαμόγελο
Στο ανελέητο χιούμορ του παντός)

Τι θέλω εγώ σ’ αυτό το αέρινο άπειρο
Χωρίς ιδέες χωρίς σκοπό χωρίς ταυτότητα
Και γύρω άνθρωποι μια μυρμηγκιά στρίβοντας δρόμους
Σέρνοντας  ένα ψόφιο ψάρι την ψυχή τους
Με το πιο στέρεο βήμα που ’χω δει
Μπαίνοντας βγαίνοντας σε σπίτια αιωνιότητας
Κι εγώ
Τι θέλω εδώ χωρίς τη γλώσσα μου
Χωρίς τη στοιχειώδη μνήμη
Αν θα πεινάσω κάποτε
Δεν θα μπορώ να θυμηθώ να πω ψωμί
Και θα πεθάνω

Απόψε τρεις τη νύχτα επιστρέφοντας
Χάνω τον κόσμο ακουμπάω στον τοίχο
Περίεργος στέκομαι κοιτάω τα πέριξ.

Θέλω να πω:
Φεγγάρι είσαι το φως που έπηξε
Μια παγωμένη πέτρα.
Η σκέψη με ταράζει μ’ αναστάτωσε·
Πώς θα μιλήσω ανύπαρκτος στο ανύπαρκτο φεγγάρι
Με λέξεις ζώσες και υπαρκτές
Ζαλίζομαι.

Τότε ανοίγοντας το στόμα με μεγάλη δύναμη
Δαγκώνω το λειψό φεγγάρι
Το μάσησα με λύσσα κι ονομάζοντάς το
Το ’φτυσα πίσω στον βαθύ ουρανό.

Εκεί για πάντα πια υπάρχει δισδιάστατο
Μες στον βαθύ τρισδιάστατο ουρανό
Και τη δικιά μου μονοδιάστατη ύπαρξη.

Ενώ το φως του στύλου απέναντι  (αν λέγεται έτσι)
Κοιτάζοντάς με αδιάφορα (ή με μικρή ειρωνεία)
Μαζεύει γύρω του τα έντομα και παίζει.


ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ
                   1
Κατρακυλώντας απ’ τη μήτρα που ’ταν κάποτε ο καιρός
Και τώρα ο τόπος.

(Ο άγγελος, με καγχασμούς σαρδόνιους
Με φοβέρες)

Ωραία μου απογέματα γλυκά δειλινά
Τα πρωινά μετέωρα στο στομάχι
Δρόμοι δρόμοι
Μεσάνυχτα γυρνώντας
Τρεις και τέσσερις
Ανάβοντας το κάρβουνο της νύχτας
Στο φεγγάρι
Ανάλαφρα απογέματα βαριά δειλινά
Αλλάζοντας το σύννεφο σε πέτρα
Φώτα κι άνθρωποι
Τηλέφωνα χτυπούν φωνές που αγάπησα
Ο δαίμονας με κάτασπρα φτερά
Η πτήση που έγινε
Η πτώση κάποτε
Γυαλιά που σπάζουν και καθρέφτες που γελούν
Παίρνουν φωτιά μες στα συρτάρια τα χαρτιά
Καπνίζουν.
                   2
Έκαψα γράμματα κάηκαν φίλοι
Φίλοι που πέσαν και σκοτώθηκαν
Κι άλλοι που δεν πέσαν και που θα
Κι αυτοί που ξέχασαν το δρόμο του σπιτιού τους
Γυρίζοντας ακόμα στα παλιά
Κι εκεί που ανοίγοντας την πόρτα βρήκαν το άπειρο
Ένα σκοτάδι πιο λαμπρό τους οδηγούσε.
                   3
Νύχτα στα όνειρα
Αλλάζοντας πλευρό ζωή και σώμα
Σ’ ένα ανοιχτό λιβάδι πράσινο καλπάζει
Και δεν το βλέπω
Το ζώο που είμαι εγώ και που το ζήλεψα
Τρέχοντας πέρ’ από το φως περ’ απ’ την άνοιξη
Πέρ’ από μένα κι απ’ τον τόπο μου πέρ’ απ’ το πέρα
Το ζώο το άγνωστο το εγώ και που το ζήλεψα
-Σκίζοντας άξαφνα το φόντο του ονείρου
                   4
Γεμάτα απογέματα
Δειλά δειλινά
Ωραίες μου ώρες
Στρέφω σε σας σας αγαπώ σας αποστρέφομαι
Γωνιές που βρίσκω στο μυαλό μου
Γειτονιές
Άλση που ρίξανε
Τι ρίζες τους στο αίμα μου και ρούφηξαν
Και τώρα να
Έχω γεμίσει με πουλιά
Και μ’ αυτοκίνητα
Με διακλαδώσεις δρόμων και ριζών
Και να που έλιωσα
Και να που λιώσαν όλα και βουλιάξανε
Και λέω Εγώ και είναι Εδώ
Και στ’ όνομά μου πινακίδες και αριθμοί.
                   5
Κατρακυλώντας απ’ τη μήτρα που ’ταν κάποτε ο καιρός
Και τώρα ο τόπος

Πλάνες ωδές πλανόδιων ποιητών
Και μια εποχή καρφωμένη.

Κάνοντας εμετό όλα όσα έζησα
Ένα χυδαίο εμετό που κατακλύζοντας
Τις πόλεις που έζησα τους δρόμους που είδα
Ένα ποτάμι ένας πολτός αχνίζοντας
Ωραίες μου ώρες γλυκά απογέματα
Σας αποστρέφομαι σας αγαπώ σας δίνομαι
Ένα χυδαίο εμετό μέχρι θανάτου

ΕΜΠΡΗΣΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ (από τη συλλογή του Αντώνη Φωστιέρη ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1977)
Τάφοι-φυτά που φυτρώνουνε μέσα μου
Και περιμένω τον καιρό που θα καρποφορήσουν
Ό,τι ρουφάει η ζαρωμένη ρίζα τους
Στις σπηλιές και στις λάσπες του νου μου

Προκαλώ τη φθορά μου κι εγώ
Προκαλώ τη φθορά μου καιγόμενος
Καίγοντας
Κίτρινα φύλλα παλιών ποιητών
Κι ό,τι άλλο αγάπησα
Στην πρώτη περίοδο του μίσους.

Άκου βαθιά τη φωνή των φλεβών μας
Σφαίρες κυκλοφορούν στο αίμα
Κι εκπυρσοκροτήσεις σ' ένα μέλλον άδηλο
Που σφίγγεται πίσω απ' τα κάγκελα του θυμωμένου χρόνου.
Λέω: ν' ανοίξουμε τη στρόφιγγα
Κι οι μεθυσμένοι στίχοι μας να γίνουν το στουπί
Για μια πυρκαγιά στα παράνομα στέκια
Στους δηλητηριώδεις ουρανοξύστες του πνεύματος.

 «Η Ποίηση δεν γίνεται με Ιδέες» τιτλοφορεί ένα ποίημα του ο Αντώνης Φωστιέρης… «Ωραία Ιδέα» αναφωνεί λίγο παρακάτω…  Όμως «Μπορεί να γίνει Ποίημα;» αναρωτιέται, έχοντας έτοιμη την απάντηση: «Δύσκολο»!.. Μπορεί κι αδύνατο.. «Άρα σου μένει το αίσθημα… Το αίσθημα συντριβής για το αιώνιο θρίαμβο των αισθημάτων»!.. Και, ας μη γελιόμαστε, από «το Ποίημα βγαίνεις πάντα ζωντανός», είναι η κραυγή από άλλο ποίημα. Έστω πάνω σε άλγη, Εν Φαντασία και Λόγω, που θα έλεγε και ο Καβάφης. Γιατί, «πέρα απ’ την ηδονή της ηδονής, πέρα απ’ των πόθων των κρυφών τη δίνη» κι από την «υπεροψία και μέθη» μιας ζωής, «μια οδύνη θα χτυπάει το τζάμι της καρδιάς της αδειανής που δεν μπορεί καμιά χαρά να ηδύνει» αν δεν έχεις στις αποσκευές το πιο σπουδαίο, «την κατανόηση της ματαιότητας των μεγαλείων»