Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΗΤΟΣ, ΤΟΝ ΗΔΟΝΙΚΟ ΜΟΥ ΒΙΟ, ΘΥΜΗΣΟΥ ΣΩΜΑ:


Τα χρόνια της νεότητός μου, ο ηδονικός μου βίος – πώς βλέπω τώρα καθαρά το νόημά των.
Τι μεταμέλειες περιττές, τι μάταιες…
Αλλά δεν έβλεπα το νόημα τότε.
Μέσα στον έκλυτο της νεότητός μου βίο / μορφώνονταν βουλές της ποιήσεως μου, / σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή.
Γι’ αυτό κι η μεταμέλειες σταθερές ποτέ δεν ήσαν.
Κι η αποφάσεις μου να κρατηθώ, ν’ αλλάξω / διαρκούσαν δυο εβδομάδες το πολύ

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες, / όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κι εκείνες τις επιθυμίες που για σένα / γυάλιζαν μες τα μάτια φανερά,
κι ετρέμανε μες σττην φωνή – και κάποιο τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι πια όλα μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες / εκείνες σαν να δόθηκε –πώς γυάλιζαν, / θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·
πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου σώμα.
 [ΝΟΗΣΙΣ και ΣΩΜΑ ΘΥΜΗΣΟΥ, δυο ποιήματα του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, Ποιήματα εκδόσεις Ηριδανός 1935 και ακολουθούν τα ποιήματα: Πρέσβεις απ’ την Αλεξάνδρεια  … ]



ΠΡΕΣΒΕΙΣ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ
Δεν είδαν, επί αιώνας, τέτοια ωραία δώρα στους Δελφούς
σαν τούτα που εστάλθηκαν από τους δυο τους αδελφούς,
τους αντιζήλους Πτολεμαίους βασιλείς. Αφού τα πήραν
όμως, ανησύχησαν οι ιερείς για το χρησμό. Την πείραν
όλην των θα χρειασθούν το πώς με οξύνοιαν να συνταχθεί,
ποιος απ’ τους δυο, ποιος από τους τέτοιους δυο να δυσαρεστηθεί.
Και συνεδριάζουνε την νύχτα μυστικά
και συζητούν των Λαγιδών τα οικογενειακά.

Αλλά ιδού οι πρέσβεις επανήλθαν. Χαιρετούν.
Στην Αλεξάνδρεια επιστρέφουν, λεν. Και δεν ζητούν
χρησμό κανένα. Κι οι ιερείς τ’ ακούνε με χαρά
(εννοείται, που κρατούν τα δώρα τα λαμπρά),
αλλ’ είναι και στο έπακρον απορημένοι,
μη νοιώθοντας τι η εξαφνική αδιαφορία αυτή σημαίνει.
Γιατί αγνοούν που χθες στους πρέσβεις ήλθαν νέα βαριά.
Στην Ρώμη δόθηκε ο χρησμός· έγινε εκεί η μοιρασιά.

ΑΠ’ ΤΕΣ ΕΝΝΙΑ
Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασε η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα τη λάμπα,
και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμισε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή – τι τολμηρή ηδονή!
Κι επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.

ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ
Κλαίει το παλάτι, κλαίει ο βασιλεύς,
απαρηγόρητος θρηνεί ο βασιλεύς Ηρώδης,
η πολιτεία ολόκληρη κλαίει για τον Αριστόβουλο
που έτσι άδικα, τυχαίως πνίχθηκε
παίζοντας με τους φίλους του μες στο νερό.

Κι όταν το μάθουνε και στ’ άλλα μέρη,
όταν επάνω στη Συρία διαδοθεί,
κι από τους Έλληνας πολλοί θα λυπηθούν·
όσοι ποιηταί και γλύπται θα πενθήσουν,
γιατί είχεν ακουσθεί σ’ αυτούς ο Αριστόβουλος,
και ποια τους φαντασία για έφηβο ποτέ
έφτασε τέτοιαν εμορφιά σαν του παιδιού αυτού·
ποιο άγαλμα Θεού αξιώθηκεν η Αντιόχεια
σαν το παιδί αυτό του Ισραήλ.

Οδύρεται και κλαίει η Πρώτη Πριγκιπέσσα·
η μάνα του, η πιο μεγάλη Εβρέσσα.
Οδύρεται και κλαίει η Αλεξάνδρεια για την συμφορά –
Μα σαν βρεθεί μονάχη της αλλάζει ο καημός της.
Βογγά· φρενιάζει· βρίζει· καταριέται.
Πώς την έγέλασαν! Πώς την φενάκισαν!
Πώς επιτέλους έγινεν ο σκοπός των!
Το ρήμαξαν το σπίτι των Ασαμωναίων.
Πώς το κατόρθωσε ο κακούργος βασιλεύς·
ο δόλιος, ο φαύλος, ο αλιτήριος.
Πώς το κατόρθωσε. Τι καταχθόνιο σχέδιο
που να μη νοιώσει κι η Μαριάμμη τίποτε.
Αν ένιωθε η Μαριάμμη, αν υποπτευόταν,
θάβρισκε τρόπο το αδέλφι της να σώσει·
βασίλισσα είναι τέλος, θα μπορούσε κάτι.
Πώς θα θριαμβεύουν τώρα και θα χαίρονται κρυφά
η μοχθηρές εκείνες, Κύπρος και Σαλώμη·
η πρόστυχες γυναίκες, Κύπρος και Σαλώμη=
Και νάναι ανίσχυρη, κι αναγκασμένη
να κάνει που πιστεύει τες ψευτιές των·
να μη μπορεί προς το λαό να πάγει,
να βρει και να φωνάξει στους Εβραίους,
να πει, να πει πώς έγινε το φονικό.

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΣΠΙΤΙ
Θες  περπατώντας σε μια συνοικία
απόκεντρη, πέρασα κάτω από το σπίτι
που έμπαινα σαν ήμουν νέος πολύ.
Εκεί το σώμα μου είχε λάβει ο Έρως
με την εξαίσια του ισχύν.
Και χθες
σαν πέρασ’ απ’ το δρόμο το παλιό,
αμέσως ωραϊσθησαν απ’ τη γοητεία του έρωτος
τα μαγαζιά, τα πεζοδρόμια, η πέτρες,
και τοίχοι και μπαλκόνια και παράθυρα·
τίποτε άσχημο δεν έμεινεν εκεί.

Και καθώς στεκόμουν κι εκύτταζα την πόρτα,
και στεκόμουν κι εβράδυνα κάτω απ’ το σπίτι,
η υπόστασίς μου όλη απέδιδε
την φυλαχθείσα ηδονική συγκίνησι

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΜΟΝΑΗ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ
Με λόγια, με φυσιογνωμία, και με τρόπους
μια εξαίρετη θα κάνω πολιτεία·
και θ’ αντικρίζω έτσι τους κακούς ανθρώπους
χωρίς να έχω φόβον ή αδυναμία.

Θα θέλουν να με βλάψουν. Αλλά δεν ξέρει
κανείς απ’ όσους θα με πλησιάζουν
πού κείνται οι πληγές μου, τα τρωτά μου μέρη,
κάτω απ’ τα ψεύδη πού θα με σκεπάζουν.

Ρήματα της καυχήσεως του Αιμιλιανού Μονάη.
Άραγε νάκαμε ποτέ την πανοπλία αυτή;
Εν πάση περιπτώσει, δεν την φόρεσε πολύ.
Είκοσι επτά χρονώ, στην Σικελία πέθανε.

 [Σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια και έβενους από ηδονικά μυρωδικά: ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη: Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών που ηύρα και που κράτηξα την ηδονή ως την ήθελα. Χαρά και μύρο της ζωή μου εμένα, που αποστράφηκα την κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας…  Έτσι που, όταν ώρα μεσάνυχτα ακουστεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες και φωνές, την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες μη ανοφέλητα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις]


Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ ΜΟΥ ΔΙΑΦΑΝΕΣ ΑΥΛΑΙΕΣ: ΟΤΑΝ Τ’ ΑΝΟΙΓΩ ΒΛΕΠΩ ΕΜΠΡΟΣ ΜΟΥ Ο,ΤΙ ΚΙ ΑΝ ΤΥΧΕΙ, ΟΤΑΝ ΤΑ ΚΛΕΙΝΩ ΒΛΕΠΩ ΕΜΠΡΟΣ ΜΟΥ Ο,ΤΙ ΠΟΘΩ

Η κράσις της λυσίκουμου παιδίσκης / Μεταβιβάζει την αιθρία / Στο πλήρωμα του ταξιδιού (1)
Το βλέμμα της ευχής / Το ράπισμα του περασμένου / Αλληλουχία ποδισμένων καραβιών / Μέσα σε φωτεινές λεκάνες με ανεμώνες (2)Της φύσεως τα δόρατα / Μπροστά στη σάρκα των ιππέων / Κλώθουν κατάστηθα το μέγα / Βιβλίο της ακηλίδωτης μανίας (3)
Η λήξις είναι μια εσπέρα / Στα χόρτα της το διάστημα στενεύει (4)
Μετά την ομορφιά της / Στέκει και παρατηρεί τους θαυμαστάς (5)Έμφυτη η κλίσις των γυμνών ανθρώπων / Η οπτασία της σιγής μοιάζει με κάκτους / Που στέκουν εμπρός σε κύπελο γιομάτο (6)Χάρτης αμέριμνος / Και σπόγγος εορτής / Πηγαίνουν και έρχονται με τεντωμένα τόξα (7)Φεύγουν οι νουνεχείς δρομάδες. / Τα βήματά τους είναι πολίχνες ανομβρίας (8)Ο σπίνος που μας περιμένει / Είναι ταυτόχρονα και τρυγητής (9)Θα πάρω μεσ’ τα δίχτυα μου τη βάρκα / Που θα με φέρει σήμερα κοντά σου (10)
Η θερμή λειτουργία / Τώρα εκπέμπει τολύπες (11)
Του φλοίσβου τα ψηλά βουνά / Κεχριμπαρένια αλόγατα / Στο βάθος μιας σακούλας (12)Υπάρχουν άνθη που μοιάζουν με τα χέρια /Τα δάχτυλά τους ψαύουν κι ευωδιάζουν (13)Η θάλασσα κρυφομιλά και πλέχει / Καμιά φορά σηκώνεται κι ουρλιάζει / Μα πάντοτε τα ύδατά της παραμένουν / Θάλασσα της θαλάσσης (14)Οι λογισμοί της ηδονής είναι πουλιά / Που νύχτα μέρα διασχίζουν τον αέρα (15)Είναι τα βλέφαρα μου διάφανες αυλαίες / Όταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει / όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθω (16)[επιλογές στίχων από τα ΠΟΥΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΥΘΟΥ 1935, ξεχωριστή ενότητα στην ΕΝΔΟΧΩΡΑ του Ανδρέα Εμπειρίκου. Ακολουθούν αντιπροσωπευτικά ποιήματα από την ενότητα ΟΙ ΣΠΟΝΔΥΛΟΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ 1935: Έαρ σαν πάντα, Το Φράγμα, Καρπός Ελαίου και Η φιλία – Από το βιβλίο: ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ  και ΕΝΔΟΧΩΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Γαλαξίας πρώτη έκδοση Υψικαμίνου 1934, Ενδοχώρας 1845. Κατακλείδα εισαγωγής Το  ΡΑΜΦΟΣ ή Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ με το οποίο κλείνει Η ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΣ ΤΩΝ ΜΑΣΤΩΝ 1934: Η Πόλις εδραιώθηκε και στέκει / Μέσα στη δόξα της καθώς καθρέφτης του καιρού της / Οι μιναρέδες της λογχίζουνε και δρέπουν / Τα σύννεφα της ηδονής // Η πόλις σκόρπισε τα δώρα της στο νάμα / Μιας εποχής που δεν μαραίνεται στον χρόνο / Μιας εποχής τρανής γαλανομάτας / Με ελιές της Καλαμάτας στα μαλλιά της  - Art by
 Alicia Armstrong  paintings]
 

]




ΕΑΡ ΣΑΝ ΠΑΝΤΑ
Καλύπτουσα τα κύματα του δορυάλατου χωριού με το κόκκινό της φόρεμα
πρώτα μικρή κι έπειτα μεγάλη
Ανεβαίνει στην κορυφή του πύργου
Και πιάνει τα σύννεφα και τα συνθλίβει επί του στήθους της
Ίσως ποτέ να μην υπήρξε μεγαλύτερος  καημός από το δικό της
Ίσως ποτέ να μην έπεσαν ψίθυροι πιο πυρακτωμένοι στην επιφάνεια ενός προσώπου
Ίσως ποτέ δεν εξετέθη στην κατανόησι ανθρώπου έκθεσις πιο εκτεταμένη
Έκθεσις πιο ποικίλη πιο περιεκτική από την ιστορία που λεν τα νέφη αυτής της εξομολογήσεως
Εδώ κι εκεί να κόβουν λεμητόμοι
Θερμές σταγόνες πέφτουνε στη γη
Ο γήλοφος που σχηματίστηκε στο κυριότερο σημείο της πτώσεως
Φουσκώνει κι ανεβαίνει ακόμη
Κανείς δασμός δεν είναι βαρύτερος από μια τέτοια σταγόνα
Κανένα διαμάντι πιο βαρύ
Κανείς μνηστήρ πιο πλήρης πάθους
Στιλπνά τα κράσπεδα του λόφου και γυαλίζουνε στον ήλιο
Στην κορυφή του περιμένει μια λεκάνη
Είναι γιομάτη ως επάνω
Κι απ’ τα νερά της αναδύεται μια πολύ μικρή παιδίσκη ωραιοτάτη
Ελπίδα μας αυριανή

ΤΟ ΦΡΑΓΜΑ
Παρά τα κρηπιδώματα παρά τα γρανιτώδη έργα
Ο βράχος εκπέμπει την κραυγή του
Τα χειμερινά λουλούδια παύουν ν’ αναπνέουν
Σταγόνες βελουδένιες πέφτουν μπρος στον καθρέφτη
Η σερματιά που μόλις έφτασε κατεποντίσθη
Στην αμμουδιά στέκει ακόμη μια γριά και παρατηρεί τα γηρατειά της θάλασσας
Το πρόσωπό της το σουρώνει ο άνεμος
Και τ’ άσπρα της μαλλιά περιτυλίγονται γύρω από τα ξάρτια του καραβιού
Τα κόκκαλά της γυμνώνονται από τη σάρκα τους
Κι η γιρά κτυπά τα δάχτυλά της
Μια ισπανίς χορεύει ένα ένα φαντάγκο
Το φάνταγμα της Γρενάδας την μεθύσκει
Οι γρεναδιέροι την κοιτάζουν
Τα κύτταρά τους διαστέλλονται
Μια μέλισσα βγαίνει και χάνεται στον άνεμο
Ένα γαρίφαλο ανθεί στην θέσι της
Τα κρόταλα της χορευτρίας τ’ αρπάζει ο άνεμος
Κι αρχίζει να σφυρίζει όπως σφυρίζει καμιά φορά ο κροταλίας
Το δράμα αυτό της παραλίας δεν υφίσταται
Υφίσταται μόνον ο προϊστάμενος των γρεναδιέρων
Στέκει στην άκρη του λιμενοβραχίονος
Προσμένοντας την άφιξι της αρραβωνιαστικιάς του.

ΚΑΡΠΟΣ ΕΛΑΙΟΥ
Επάνω από τη δοσοληψία  των μιασματικών υδάτων μιας νήσου που κατεδικάσθη οριστικώς
Η άχνα της υγείας μεσουρανεί και μέλπει
Η πίστις της περιπετείας δεν χαλαρώθηκε
Τα μάτια της είναι πράσινα και κατοπρτρίζονται μεσ’ στα νερά της νεότητας
Ένας νέος συναντά μια νέα και την φιλεί
Από τα χείλη τους αναπηδούν οι λέξεις μεθυσμένες
Όλη η ζωή τους μοιάζει με λειβάδι
Επαύλεις εδώ κι εκεί κοσμούν την πρασιά του
Νεότης νεότης τι ωραία που είναι τα μαλλιά σου
Τα χαϊμαλιά σου τα στολίζουν άνθη μυγδαλιάς που ανθεί σε χώρα πεδινή
Οι θρίαμβοι των καισάρων περνούν καμιά φορά απ’ αυτή τη χώρα και παρασύρουν τα νερά των κήπων
Οι γυναίκες των κηπουρών γυμνώνουν τα στήθη τους και τους παρακαλούν
Μια σειρά μαργαριταριών στάζει σε μια χοάνη
Κάθε μαργαριτάρι είναι μια σταγών και κάθε σταγών είναι ένας δράκος
Το κάστρο του κατέρρευσε και τώρα παίζουν τα παιδιάκια μεσ’ στους ίσκιους
Τα θρύψαλλα του καθρέφτη της πυργοδέσποινας είναι κι αυτά πετράδια
Που ρίχουν στον πετροπόλεμο τα παλληκάρια.

Η ΦΙΛΙΑ
Όταν εγγίζει το χνούδι της ημέρας το πουλί
Η σκόνη πέφτει και στη θέση της πηδά γυμνός ο ίμερος
Δεν αναλίσκονται τα πρωινά τεχνάσματα της επιούσης
Φωνάζουν αύριο αύριο και μετατρέπουν την ιδική τους ευστοχιά
Σε θαλπωρή μαστών που δεν ξεχνά ποτέ ο ούριος άνεμος
Την στρογγυλάδα τους και τους αναπαλμούς που προκαλούν οι θωπείες
Κι έτσι η αύριο γίνεται σήμερα
Και πέφτουν μονομιάς τα στόρια της επαύλεως
Πέφτουν οι πέπλοι και αποκαλύπτεται ο θύσανος
Της κεντρικής επιθυμίας
Ενώ στη μέση της πλατείας
Χειρονομούν ομάδες ανθρώπων σιωπηλά
Και σφίγγουν μες τα χέρια τους τα γάντια.

ΩΡΙΩΝ
Η απροσδιόριστη εποχή με τα λελέκια της
Επέπλευσε στους ογκοπάγους και φέρεται προς δυσμάς
Γυμνά τα κρύσταλλα γυμνά τα χελιδόνια μεσ’ τον ήλιο
Και τραγουδούν την διασταύρωσι στον κατεβασμό
Ριπή της γης
Φαρέτρες της ανοίξεως
Δεν δολιχοδρομούν οι πάγοι δίχως κάποια ελπίδα
Η θαλπωρή κάθε φωνής περιέχει ολόκληρη τη σημασία της
Τρόπις της εξορμήσεως
Με τα πανίσχυρα λελέκια στον κατεβασμό
Τα πολικά ιριδίσματα ξαναγεννιούνται μεσ’ στα σύννεφα
Κι από τις χθεσινές σκιές τραβούνε οι συρτές τα ψάρια
Χαίνει ο ουρανός και φτερουγίζουν τα μαμούνια
Η δύσις αυτή είναι της οπτασίας
Δεν είναι ανάγκη να κρυφτούν οι γλάροι
Όρθιοι οι ναύτες ψάχνουν τον ορίζοντα
Μια κιβωτός εφάνη στο Αραφάτ
Κλάδον ελαίας προσκομίζει μια νεράιδα
Κρατά στα δόντια της ένα δαχτυλίδι
Τα δάχτυλά της έχουν ευγλωττία
Το μήνυμά της έρχεται από μακριά
Τριάντα χρόνια περιμέναμε στους ογκοπάγους τη διασταύρωσι με τη σειρήνα
Όταν ακούστηκε το σφύριγμα του βαποριού
Κι εφάνηκε η σειρήνα στο μειδίαμά της
Χωρίς αμφιβολία μας περίμενε απ’ το πρωί
Όταν βιάζονται τα λόγια φθάνει η φωνή
Και τα λελέκια περιίπτανται μέσα στο φως της
Ανατολή ανατολή
Τρόπις του ήλιου στα χαράματα
Κατεβασμός των ογκοπάγων
Ο Θόλος καθενός μας γεμίζει από ρόδινα πούπουλα
Πολλοί από μας καπνίζουν πίπες από γιούσουρι
Άλλοι τσιμπούκια από αφρόν θαλάσσης
Και το πλατάγισμα της προσεγγίσεως μας
Θυμίζει το όνομα μιας παμπαλαίας πόλεως
Όλοι μας τρέχουμε να δούμε αν φανερώθηκε
Αφού ο ορίζων λάμπει
Αφού της μοιάζει τόσο.

 [επιλογές λέξεων από την συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΕΝΔΟΧΩΡΑ, όπου Μια δεσποινίς σηκώθηκε μέσα στο σκότος κι αντικαταστάθη αμέσως απ’ άλλη δεσποινίδα η οποία παράθεσε γαμήλιο προπόνημα σε συσχετισμένες αναλαμπές εικοσακισχιλίων αιώνων… Κι ένα κορίτσι στο παράθυρο δίνει κρυφά τα στήθη της στα περιστέρια… Η ρώμη τέτοιου πάθους πια δε χάνεται, μένει δεμένη στις ψυχές των φορεμάτων, νεσ’ στα γαλάζια βλέφαρα και τη λευκή το μπλούζα που φάνταζε σαν κυανή πριν γίνει στεναγμός… Αλλά η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη γιατί το ράπισμα του κηπουρού διετράνωσε την λευκοτάτη επιδερμίδα της νέας ημέρας και ζωήρεψε το φέγγος του άσπιλου στήθους της λέξης προς λέξη και σχεδόν διαγωνίως… Προστρέχουν πάντα τα νερά, τα χρόνια πέφτουνε στους καταρράκτες και μια ριπή ξαφνιάζει τα πουλιά!.. Όμως δεν θύμωσαν τα περιβόλια. Βόλια χαράς σφυρίζουν μεσ’ στα φύλλα, είναι τα μήλα κόκκινα κι ένας διαβάτης κόβει μερικά!.. Δεν άνθησαν ματαίως τόσα θαύματα… Μιας εποχής που δεν μαραίνεται στον χρόνο, μιας εποχής τρανής γαλανομάτας, με ελιές της Καλαμάτας στα μαλλιά της… ΚΤΕΡΙΣΜΑΤΑ από την ενότητα Η ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΣ ΤΩΝ ΜΑΣΤΩΝ στην Ενδοχώρα του Ανδρέα Εμπειρίκου, εκδόσεις Γαλαξία πρώτη έκδοση 1945]

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2019

Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΩ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΑΔΙΑΚΟΠΑ Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΩ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΠΑΝΤΑ


Μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ’ έπλασες Γυμνόν να περπατώ στις καθημερινές μου Κυριακές
Ανάμεσα απ’ των γιαλών τα καλωσόρισες Φύσα τον πρωτογνώριστο άνεμο
Άπλωσε μια πρασιά στοργής Για να κυλήσει ο ήλιος το κεφάλι του
Ν’ ανάψει με τα χείλια του τις παπαρούνες
Τις παπαρούνες που θα δρέψουν οι περήφανοι άνθρωποι Για να μην είναι άλλο σημάδι στο γυμνό τους στήθος
Από το αίμα της αψηφισιάς που ξέγραψε τη θλίψη
Φτάνοντας ως τη μνήμη της ελευθερίας.

Είπα τον έρωτα την υγεία του ρόδου την αχτίδα Που μονάχη ολόισα βρίσκει την καρδιά
Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα
Την Ελλάδα που με ταξιδεύει πάντοτε Σε γυμνά χιονόδοξα βουνά.

Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη
Διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή
Ο ουρανός μου είναι βαθύς και ανάλλαχτος
Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα
Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.
(τρίτο απόσπασμα από τη συλλογή  του Οδυσσέα Ελύτη ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ, Εκδόσεις Ίκαρος 1974 και άλλα αποσπάσματα από την ίδια συλλογή με ΚΛΙΚ στον πίνακα του Γιάννη Τσαρούχη που κοσμούσε την πρώτη έκδοση)



ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΙΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ  (πρώτο απόσπασμα από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ, Εκδόσεις Ίκαρος 1974)
Δεν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου
Στο μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων.
Έσπερε φρουρέ γα να λάμπεις πλάι στο ουρανί
Αεράκι ενός νησιού που με ονειρεύεται
Ν’ αναγγέλλω την αυγή από τα ψηλά του βράχια
Τα δυο μάτια μου αγκαλιά σε πλέουνε με το άστρο
Της σωστής μου καρδιάς: δεν ξέρω πια τη νύχτα.

Δεν ξέρω πια τα ονόματα ενός κόσμου που μ’ αρνιέται
Καθαρά διαβάζω τα όστρακα τα φύλλα τ’ άστρα
Η έχτρα μου είναι περιττή στους δρόμους τ’ ουρανού
Εξόν κι αν είναι το όνειρο που με ξανακοιτάζει
Με δάκρυα να διαβαίνω της αθανασίας τη θάλασσα
Έσπερε κάτω απ’ την καμπύλη της χρυσής φωτιάς σου
Τη νύχτα που είναι μόνο νύχτα δεν την ξέρω πια.

2 απόσπασμα: ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ 
Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή
Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες
Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος
Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους
Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά-σιγά
Και πλάι απ’ το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο!

Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές
Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα
Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ’ αυτιά του
Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης
Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα
Σταλμένο από τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε:

Ω σώμα του καλοκαιριού γυμνό καμένο
Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς
Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς
Άχνα βασιλικού πάνω απ’ το σγουρό εφηβαίο
Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες
Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!

Έρχονται σιγανές βροχές ραγδαία χαλάζια
Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά
Που μελανιάζει στα βαθιά μ’ αγριεμένα κύματα
Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών
Όμως και πίσω από όλα αυτά χαμογελάς ανέγνια
Και ξαναβρίσκεις την αθάνατη ώρα σου
Όπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος
Όπως μεσ’ στη γυμνή σου υγεία ο ουρανός.

IV
Πίνοντας ήλιο κορινθιακό
Διαβάζοντας τα μάρμαρα
Δρασκελίζοντας αμπέλια θάλασσες
Σημαδεύοντας με το καμάκι
Ένα τάμα ψάρι που γλιστρά
Βρήκα τα φύλλα που ο ψαλμός του ήλιου αποστηθίζει
Τη ζωντανή στεριά που ο πόθος χαίρεται
Ν’ ανοίγει.

Πίνω νερό κόβω καρπό
Χώνω το χέρι μου στις φυλλωσιές του ανέμου
Οι λεμονιές αρδεύουνε τη γύρη της καλοκαιριάς
Τα πράσινα πουλιά σκίζουν τα όνειρά μου
Φεύγω με μια ματιά
Ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται
Όμορφος από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΙΑΖΕΙ ΜΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ-ΠΡΩΤΟ 
Ποιο μπουμπούκι ακόμη ανέραστο απειλεί τη μέλισσα
Ο άνεμος βρίσκει μια παρέα φυλλώματα κυματιστά
Η στεριά σκαμπανεβάζει
Στον αφρό των χόρτων οι μουριές ανοίγουν τα πανιά
Το τελευταίο ταξίδι μοιάζει με το πρώτο-πρώτο.

Ω να σπάσουν οι πέτρες να λυγίσουνε τα θυμωμένα σίδερα
Ο αφρός να φτάσει ως την καρδιά ζαλίζοντας τα θεριεμένα μάτια
Η θύμηση να γίνει ένα κλαδάκι δυόσμου αμάραντο
Κι από τη ρίζα του να ορμήσουν άνεμοι γιορτής
Εκεί να γείρουνε το μέτωπο
Τα αστραφτερά μας πράγματα να ’ναι κοντά
Στην πρώτη απλοχεριά του πόθου
Η κάθε γλώσσα να μιλεί την καλοσύνη της ημέρας
Ήμερα να χτυπάει στις φλέβες ο παλμός της γης.

VI
Χτυπήσανε τη μέρα σε καλή μεριά
Ξύπνησε το νερό μέσα στο χώμα
Κρύα φωνή νεογέννητη
Που σμίγει από μακριά τη γειτονιά των βρύων

Με χάδι από λιοτρόπι δεν φοβάται
Το περιβόλι μήπως βγει στην άβυσσο
Χέρι με χέρι παν οι ερωτευμένοι
Όταν χτυπάνε οι καμπάνες του ήλιου.

Υγεία ηχώ φοράδα
Πέταλο και φτερό πλαγιάς
Σύννεφο και χορτάρι αθέριστο
Γλαυκές οργιές του ανέμου

Λοξά τ’ ανήλικα πουλιά
Παν να σημάνουν άνοιξη στα σύννεφα
Κι όσα η χαρά ποτές δεν ονομάτισε
Τώρα διψούν την ευτυχία του κόσμου.

Δίψα του κόσμου η αντρική στολή σου πάει
Θα πας να βρεις τη θηλυκή σου κοίτη
Αναποδογυρίζοντας ένα λιβάδι
Έναστρο που του φύγαν οι ανεμώνες

ΚΑΤΩ ΣΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΤΟ ΑΛΩΝΑΚΙ  (από το βιβλίο του Οδυσσέα Ελύτη ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ, Εκδόσεις Ίκαρος 1974)
Κάτω στης μαργαρίτας το αλωνάκι
Στήσαν χορό τρελό τα μελισσόπουλα
Ιδρώνει ο ήλιος τρέμει το νερό
Φωτιάς σουσάμια σιγοπέφτουνε
Στάχια ψηλά λυγίζουνε τον μελαψό ουρανό.

Με χείλια μπρούτζινα κορμιά γυμνά
Τσουρουφλισμένα στο τσακμάκι του οίστρου
Εε! εε! Τραντάζοντας διαβαίνουν οι αμαξάδες
Στο λάδι της κατηφοριάς τ’ αλόγατα βουλιάζουν
Τ’ αλόγατα ονειρεύονται
Μια πολιτεία δροσερή με γούρνες μαρμαρένιες
Ένα τριφύλλι σύννεφο έτοιμο να χυθεί
Στους λόφους των λιγνών δενδρών που ζεματάν τ’ αυτιά τους
Στα ντέφια των μεγάλων κάμπων που χοροπηδάν τις καβαλίνες τους

Πέρα μεσ’ τα χρυσά νταριά κοιμούνται αγοροκόριτσα
Ο ύπνος τους μυρίζει πυρκαγιά
Στα δόντια τους ο ήλιος σπαρταράει
Απ’ τη μασχάλη τους γλυκά στάζει το μοσχοκάρυδο
Κι η άχνα πιωμένη με βαριές χτυπιές παραπατά
Στην αζαλιά στην έλισσα και στη μοσχοϊτιά!

VIII
Έζησα τ’ όνομα το αγαπημένο
Στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς
Στον ρόθρο της ισόβιας θάλασσας.

Εκείνοι που με λιθοβόλησαν δεν ζούνε πια
Με τις πέτρες τους έχτισα μια κρήνη
Στο κατώφλι της έρχονται χλωρά κορίτσια
Τα χείλια τους κατάγονται από την αυγή
Τα μαλλιά τους ξετυλίγονται βαθιά στο μέλλον.

Έρχονται χελιδόνια τα μωρά του ανέμου
Πίνουν πετούν να πάει μπροστά η ζωή
Το φόβητρο του ονείρου γίνεται όνειρο
Η οδύνη στρίβει το καλό ακρωτήρι
Καμιά φωνή δεν πάει χαμένη στους κόρφους του ουρανού.

Ω αμάραντο πέλαγο τι ψιθυρίζεις πες μου
Από νωρίς είμαι στο πρωινό σου στόμα
Στην κορυφή όπου προβάλλει η αγάπη σου
Βλέπω τη θέληση της νύχτας να ξεχύνει τ’ άστρα
Τη θέληση της μέρας να κορφολογάει τη Γη.

Σπέρνω στους κάμπους της ζωής χίλια μπλαβάκια
Χίλια παιδιά μέσα στο τίμιο αγέρι
Ωραία γερά παιδιά που αχνίζουν καλοσύνη
Και ξέρουν ν’ ατενίζουν τους βαθιούς ορίζοντες
Όταν η μουσική ανεβάζει τα νησιά.

Χάραξα τ’ όνομα το αγαπημένο
Στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς
Στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας.

ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ λέξεων από τον ΗΛΙΟ τον ΠΡΩΤΟ Οδυσσέα Ελύτη: Χάραξα τ’ όνομα το αγαπημένο στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς, στο ρόχθο της ισόβιας θάλασσας!.. Καμιά φωνή δεν πάει χαμένη στους κόρφους τ’ ουρανού και πίσω από όλα χαμογελάς και ξαναβρίσκεις την αθάνατή σου ώρα… Όπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος, όπως μεσ’ στη γυμνή σου υγεία οι ουρανός. Ο Ουρανός είναι βαθύς κι ανάλλαχτος. Έρχονται σιγανές βροχές, ραγδαία χαλάζια, περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά που μελανιάζει στα βαθιά μ’ αγριεμένα κύματα… Βουτάνε οι λόφοι στα μαστάρια των νεφών: ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα, ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα!..  Έτσι, του πόθου το όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά, τώρα χαμογελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες… Φεύγω με μια ματιά, ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς… Δώσε το χέρι σου να πάμε πριν η Αυγή την περιλούσει με ιαχές θριάμβου… Το τελευταίο ταξίδι μοιάζει με το πρώτο-πρώτο.. Στην πρώτη απλοχεριά του Πόθου η κάθε γλώσσα μιλεί την καλοσύνη της ημέρας ήμερα να χτυπάει στις φλέβες ο παλμός της γης [κτερίσματα στίχων από συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη Ήλιος ο Πρώτος]