Τετάρτη, 24 Απριλίου 2019

ΤΑ ΝΕΑΡΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ της ΠΑΥΛΙΝΑΣ ΠΑΜΠΟΥΔΗ


Με μερικά πολύ Νεαρά Τραγούδια ξεκινά το Μικρό Ανθολόγιο ποιημάτων της Παυλίνας Παμπούδη, που με το γενικό τίτλο ΤΙΜΑΛΦΗ κυκλοφόρησε απ’ τις εκδόσεις Ροές το 2007. Όπως μας εξηγεί η ίδια, προτάσσονται στη συλλογή, όχι μόνο για συναισθηματικούς λόγους, αλλά και γιατί έχουν κάποιο σημειολογικό ενδιαφέρον. Κριτήριο της επιλογής η επιλεκτικότητα της μνήμης, η οποία λειτουργεί όπως οι δυνάμεις της φύσης: και τυχαία, και άδικα κι αλάνθαστα… Έτσι κι αλλιώς ό,τι διασώζει η μνήμη είναι, τελικά, τα Λάφυρα του Βίου, τα Τιμαλφή που θα φυλάγουν ζωντανές τις πολύτιμες στιγμές του:
«Όταν έρθουν τα πουλιά /όταν έρθει ο άνεμος
Κάτω απ’ το τελευταίο άστρο του ουρανού / θα σε περιμένω μονάχη.
Θα φοράω στα μαλλιά/ το πιο κόκκινο φιλί
Που πέρσι τον Αύγουστο το ξέχασες εκεί / και θα με γνωρίσεις και θα ’ρθεις
Θα ’ναι η νύχτα μαγική / θα ρωτάς δε θ’ απαντώ
Μόνο θα σε πάρω κάτω απ’ την αστροφεγγιά / για να περπατήσουμε μαζί»
«Δεύτερο Καλοκαίρι», «Είχα ένα αγόρι», «Νανούρισμα», «Κοιμάσαι κι Ονειρεύεσαι» και «Ο Μικρός μου Φίλος» είναι οι τίτλοι από τα υπόλοιπα Νεαρά Τραγούδια που ανθολογούνται παρακάτω.
  



ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ (απ’ τα Νεαρά Τραγούδια της Παυλίνας Παμπούδη)
Και τώρα το χορτάρι ξαναψήλωσε.

Δυο γενεές χελιδονιών
Ταξίδεψε από τότε ο άνεμος
Δυο δυναστείες φύλλων ανατείλανε
Στα δένδρα, στο περβόλι μας
Δεύτερο καλοκαίρι μπαίνει
Κι εσύ λείπεις

Ήρθανε πάλι οι μέρες οι προπέρσινες
Μεγάλες, ανθισμένες στα ίδια χρώματα.
Κι όλα όπως πρώτα.
Μόνο,
Που τότε ο κόσμος ήταν λίγο πιο καινούργιος.
Μόνο,
Που η λύπη μου ακόμα δεν είχε όνομα.

Χαίρε.
Η μνήμη σου ζεστή
Σαν πέτρα που θα ξεχαστεί αιώνες
Σ’ ένα ξέφωτο.

ΕΙΧΑ ΕΝΑ ΑΓΟΡΙ (απ’ τα Νεαρά Τραγούδια της Παυλίνας Παμπούδη)
Είχα ένα αγόρι, ένα άγριο άνεμο
Ένα ποτάμι που έγινε αναφιλητό.

Τώρα,
Μια παπαρούνα
Σημάδεψε τη θέση της καρδιάς του
Τώρα,
Είναι η φωνή του
Ένα σπουργίτη που πετά για το νοτιά.

Τώρα,
Δυο ηλιοτρόπια
Τα μάτια του που τόσο είχα φιλήσει
Τώρα,
Τα όνειρά του
Χάνονται μες στα χόρτα, σαν δροσιά.

Την Τρίτη μέρα δεν αναστήθηκε.
Είκοσι μέρες κοιμάται κάτω απ’ τη βροχή.

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ (απ’ τα Νεαρά Τραγούδια της Παυλίνας Παμπούδη)
Ήταν ένα δένδρο
Με γαλάζια φύλλα
Και ένα αηδόνι
Που δεν κελαηδούσε

Νάνι, νάνι, φεγγαράκι
Νάνι, νάνι, ερημιά μου

Φύσηξε τη νύχτα
Ο κακός αέρας
Έσπασε το δένδρο
Γκρέμισε τ’ αηδόνι

Νάνι, νάνι, αεράκι
Νάνι, νάνι, ερημιά μου

Κι απ’ το τσακισμένο
Το κορμάκι στάξαν
Μια βαφή γαλάζια
Μια μικρή φωνούλα

Νάνι, νάνι, κοριτσάκι
Νάνι, νάνι, ερημιά μου


ΚΟΙΜΑΣΑΙ ΚΙ ΟΝΕΙΡΕΥΕΣΑΙ (απ’ τα Νεαρά Τραγούδια της Παυλίνας Παμπούδη)
Κοιμάσαι κι ονειρεύεσαι
Φτερά και καλοκαίρια
Κοιμάσαι κι ονειρεύεσαι
Κοπάδια μαργαρίτες
Που σαλαγάει ο άνεμος

Όλη τη νύχτα ο μικρός
Έκλαιγε ο Απρίλης
Και τον εμάλωνε η ροδιά
Απ’ έξω απ’ την αυλή της
Κι εσύ δεν ξέρεις τίποτα.

Όλη τη νύχτα βούιζαν
Τριγύρω απ’ την καρδιά μου
Κι αγγίζαν και καιγόντουσαν
Τα λόγια που δεν σου είπα
Και τίποτα δεν άκουσες.

Κοιμάσαι και στον ύπνο σου
Τα φύλλα μεγαλώνουν
Κοιμάσαι και στον ύπνο σου
Χαμογελάς κι ανθίζεις
Και κλαίω απ’ την αγάπη μου.


Ο ΜΙΚΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ (απ’ τα Νεαρά Τραγούδια της Παυλίνας Παμπούδη)
Ο μικρός μου φίλος
Δεν είχε όνομα
Είχε δυο λυπημένα μάτια
Στο χρώμα των ονείρων.

Δεν είχε όνομα
Μόνο σαν σφύριζε στα δένδρα ο αέρας
Άκουγε κι έτρεχε.

Ο μικρός μου φίλος
Δεν είχε βιβλία
Στα πράσινα τα φύλλα πάνω
Μόνος συλλάβιζε.

Δεν είχε βιβλία
Με πεταλούδες λογάριαζε τις μέρες του
Και με τα κύματα

«ΥΠΟΝΟΩ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠ’ ΟΣΑ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΩ, ΓΡΑΦΩ!.. Όμως, σπρώχνω ακόμα να σωθώ καθώς ανάμεσα τοπίο και υστερόγραφο ο αληθινός καιρός φυσά και σβήνει. Κάποτε νυχτώνει στα αλήθεια. Απλώνει το μαύρο στις φλέβες. Τότε, για λίγο, από σφυγμό σε σφυγμό γράφονται και σβήνουν παλιοί στίχοι θαμποί χωρίς λόγο, χωρίς λόγια πια σα μουσική στον καθρέφτη, σαν τεθλιμμένοι συγγενείς… [Επιλογές στίχων απ’ το μικρό ανθολόγιο της Παυλίνας Παμπούδη όπου με το γενικό τίτλο ΤΙΜΑΛΦΗ συμπεριέλαβε ποιήματα από τις συλλογές: Σχεδόν χωρίς Προοπτική Δυστυχήματος, Τα Μωρά των Αγγέλων, Αυτός Εγώ, Ιστορίας μιας ώρας σε Πτυσσόμενο Χρόνο, Το Μάτι της Μύγας κ.α. Κριτήριο για τα Τιμαλφή ήταν η επιλεκτικότητα της μνήμης, κριτήριο πολύ απλό και ενστικτώδες, καθώς, όπως ξέρουμε, η μνήμη λειτουργεί όπως οι δυνάμεις της φύσης: και τυχαία και άδικα και αλάνθαστα


Κυριακή, 21 Απριλίου 2019

ΣΑΝ ΝΑ ΜΙΛΑΕΙ ο Γιώργης Παυλόπουλος ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΟΦΤΑΣΕ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΝΑ ΤΟΝ ΙΔΕΙ


Η μια μέρα δαγκώνει την άλλη / Οι νύχτες πίσσα και τρόμος / Καθένας περιμένει τη σειρά του.
Τους βάζουνε κι ανοίγουν λάκκους / μετά τους σπρώχνουν εκεί μέσα.
Προφταίνουνε να δούνε λίγο ουρανό / χώμα στο γαλάζιο / κι απάνω πέτρες / πέτρες / πέτρες
αυτές που κάποτε θα ματυρήσουν

Του δέσανε τα χέρια. Τον βάλανε στη μέση και τον πήγαιναν μέσα στον ήλιο και την πέτρα.
Κι όταν εσήκωνε τα μάτια - μπροστά του πάλι εκείνοι αυτός ανάμεσά τους.
Κι αν έκανε πως λύγιζε τον χτύπαγαν με τα κοντάκια να τον αποτελειώσουν.
Κι εκεί που τον τσακίζανε γυρίζει πίσω του να ιδεί μήπως ο κόσμος έσβησε μην κρίθηκε για πάντα.
Μα εκείνοι πάλευαν ακόμη να του τρυπήσουν το κορμί να βγάλουν την ψυχή του.
Κάθε φορά που του ’μενε πνοή για να κοιτάζει όλο πληθαίναν γύρω του τα πρόσωπα των δήμιων μαζί με το δικό του.
Χίλιες εικόνες κι ήταν μια μέσα στον ήλιο και στην πέτρα
-οι δυο με τα ντουφέκια τους στη μέση αυτός να τον πηγαίνουν.
 (ΟΙ ΠΕΤΡΕΣ ΘΑ ΜΑΡΤΥΡΗΣΟΥΝ στην αρχή και η ΠΑΛΙΑ ΓΡΑΦΗ αφιερωμένη στον Θόδωρο Βαρουξή,  από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΤΟ ΣΑΚΙ 1980.  Ο τίτλος στίχοι από το ποίημα ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ που κλείνει αυτή την ανάρτηση – και με ΚΛΙΚ στην εικόνα κι άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή ART by Gordin Misha]



Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ (από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΤΟ ΣΑΚΙ 1980)
Δε βρήκα κανέναν. Σκουριασμένα
σιδερικά σωροί σκουπίδια
το πρησμένο ψοφίμι κι ο δρόμος
ανάμεσα στα χορτάρια. Προχώρησα
στο ανάχωμα. Τότε τον είδα.
Καθόταν σ’ ένα μάρμαρο κι ο τοίχος
πίσω του έχασκε. Η σκάλα τιναγμένη.
Μου είπε ήσυχα κοιτάζοντας το χώμα:
Εδώ μας χτύπαγαν. Κρατήσαμε
ώσπου να πέσει ο ήλιος.
Ήταν ένα παιδί, το γνώριζα.
Μαζί τις Κυριακές στα σκοπευτήρια
στα μπάνια. Εδώ το είχα
στου ντουφεκιού το λύκο
μα δε μου βάσταγε η ψυχή
να το χαλάσω. Πρόφτασε
και μου έριξε.
                   Πάψε του φώναξα
και γύρισα κατά τον τοίχο
σαν ν’ άδειαζα πάλι το αυτόματο
με δάκρυα στα μάτια
εκεί που ερχόταν η φωνή του.

ΙΒΗΡΩΝ 14, 1949  (για τον Τάκη Σινόπουλο)
Ακόμη θυμάμαι τον παράξενο τρόπο που είχες
ανάμεσα στον πεινασμένο σκύλο και στα χαρτιά σου
ή καθώς κοίταζες στον τοίχο απέναντι στην αγριοσυκιά
φωτισμένη από την πόρτα σου και δίπλα
το στόμα του υπόγειου.

Ψηλά ο μπαλωμένος ουρανός της γειτονιάς
έξι το απόγευμα που κατηφόριζα για να σε συναντήσω.
Μιλούσαμε. Τα συλλογιέμαι τώρα εδώ με τη βροχή
φώτα, κορίτσια, λαμπερές προθήκες
διάκοσμοι για το σκοτάδι της ψυχής
να ξεγελάμε το φόβο κι ο θάνατος
ένα καθρέφτης που τον βλέπαμε κάθε πρωί
να δυναμώνει γύρω μας το φως.

Η βουλιαγμένη αυλή ταξίδευε κι ακούγαμε
θορύβους που αναδεύανε βαθύτερα.
Δεν ήμουνα λιγότερο μονάχος από σένα όταν λογάριαζα
τα πράγματα που επιθυμούσαμε και τ’ απόχτησαν άλλοι.

Για τούτα έχει περάσει κάμποσος καιρός. Θ’ ανταμωθούμε κάποτε.
Όμως δεν ξέρω αν θα μπορέσω να σου ειπώ
πόσα απ’ αυτά χαθήκανε στο πέλαγο
και πόσα μείνανε στην ποίηση.

ΕΠΙΜΕΛΗΤΕΣ
Μ’ αγκάθια καίγεται ο ουρανός
τρομακτικά πουλιά
τινάζονται απ’ τον παράδεισο
άνθρωποι αμίλητοι γυρίζουν
ψάχνοντας στα ερείπια
κι αυτοί που δεν τους δέχεται
κανένας τόπος
καμιά θάλασσα
επιμελούνται
ταπεινά
το άπειρο

ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΜΕ ΚΑΠΟΤΕ ΜΕ ΣΕΝΑ, είπε ο δήμιος ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΚΟΝΤΥΛΟΦΟΡΟ, ΑΠΛΩΝΟΝΤΑΣ ΞΕΡΑ ΤΟ ΧΑΡΤΙ ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΟΓΡΑΨΕΙ (in memoriam N.K.)
Έγειρε στο κρεβάτι μαζεύοντας τα γυμνά πόδια του κάτω από την κουβέρτα και καθώς έβαλε τον αγκώνα του στο μαξιλάρι για να στηρίξει το κεφάλι αναπαυτικά στην παλάμη, ένιωσε μιαν ελαφριά ζάλη. Είμαι ακόμα άρρωστος, είπε, αλλά θα περάσει. Ήταν εξαντλημένος κάμποσες μέρες τώρα. Χαμηλός πυρετός. τον έλιωνε πρωί κι απόγευμα. Τη νύχτα ιδρώτες. Και κανείς δεν ερχότανε να τον ιδεί. Η σκέψη ωστόσο πως η αρρώστια τον ανάγκαζε να μην πηγαίνει στο απαίσιο γραφείο που δούλευε, τον ανακούφιζε. Δεχότανε καρτερικά τις προσωπικές ατυχίες του, όμως επαναστατούσε κάθε φορά που τον βασάνιζαν οι άλλοι.  Και σε κείνο το γραφείο κυκλοφορούσαν πολλοί δήμιοι.
Παλιότερα στους εφιάλτες του έβλεπε πάντα μια καρέκλα. Την ίδια που καθόταν στο γραφείο του. Εκεί τώρα τον ανέβαζαν σηκωτό δυο άτομα και του έδεναν τα χέρια. Το ένα του διάβαζε κάποιο πυκνογραμμένο χαρτί, μάλλον σαλεύανε τα χείλη χωρίς να βγαίνουν λέξεις. Το άλλο, μόλις τελείωνε η ανάγνωση, του έλυσε τα χέρια και του έδωσε κοντυλοφόρο για να υπογράψει. Αυτός στεκόταν ασάλευτος, κρύωνε και περίμενε το πρώτο χτύπημα. Όμως δεν πρόφτασε να νιώσει πόνο γιατί στο μεταξύ βρέθηκε σ’ ένα τόπο με δένδρα σκοτεινά, όπου το φως δεν είχε δύναμη. Ανάμεσα στα δένδρα μισοφαινόταν το κόκκινο σπίτι του παππού του. Ανέβηκε τη σκάλα και στάθηκε στο χαγιάτι κοιτάζοντας, όπως στα παιδικά του χρόνια,  μακριά τη θάλασσα. Είναι τ’ αμπέλια με την αλογόπετρα, είπε. Γύρω ερημιά.
Ήρθε τότε και του άνοιξε μια γριά γυναίκα που την είχε δει κάποτε να βγάζει ζεστά ψωμάκια από την ποδιά της και να τα μοιράζει σε κάτι παιδιά που τα’ άρπαξαν λιμασμένα. Σήκωνε τη λάμπα κοντά στο πρόσωπό του, αλλά σαν να μην έβλεπε κανέναν ετοιμαζόταν να κλείσει τον πόρτα και φώναξε: Νόνα, δεν με γνωρίζεις;
Άπλωσε το χέρι της τρέμοντας στον αέρα, εκεί που έβγαινε η φωνή και είπε: Πού γυρίζεις μέσα στη νύχτα, παιδί μου; Τότε κατάλαβε πως του συνέβαινε να είναι νεκρός. Εκείνη του είπε να ησυχάσει, έτσι θα γίνει με όλους. Μπήκανε στη σάλα και σιγά-σιγά ξεχώρισε  γύρω του να κάθονται ασάλευτοι, μισοφαγωμένοι σαν παλιές φωτογραφίες, κάποιοι που τους γνώριζε άλλοτε και τους είχε ξεχάσει πια. Ξαφνικά πρόσεξε το κορμί του και είδε με ντροπή πως φανερωνόταν ολόγυμνος εκεί. Οι άλλοι όμως δεν τον βλέπανε. Και γινότανε τάχα λόγος για το μαρτύριο ενός ολόκληρου αιώνα. Θα μπορούσε λέει να είναι νεκρός και να βλέπει το κορμί του ολοένα νέο και φθαρμένο. Να βλέπει και ν’ ακούει τα πάντα ανάμεσα στους άλλους, Να νιώθει πείνα και δίψα κι ανάγκη για έρωτα. Όλα τούτα όμως μέσα από τις αισθήσεις των άλλων που γύριζαν κάποτε προς το μέρος του σαν να μύριζαν τον αέρα  νιώθοντας τη θέση του. Και επειδή δεν ήξεραν αν είναι εκεί, κατέβαζαν γρήγορα τα μάτια μήπως εκείνος, παρακολουθώντας άφαντος τις κινήσεις τους, έβλεπε τη λύπη τους για την κατάστασή του. Ποια κατάσταση; φώναξε και ξύπνησε μούσκεμα στον ιδρώτα.
Ήτανε νύχτα πια. Σηκώθηκε και κοίταξε από το μικρό παράθυρο του υπογείου του, ανοίγοντας λίγο το τζάμι. Μια γάτα πέρναγε πάνω στην απέναντι στέγη. Ύστερα έκανε τη σκέψη πως δεν υπήρχε κανένα κτίριο εκεί. Τα σπίτια σταματούσαν πιο χαμηλά από το μέρος του λοφίσκου όπου έβλεπε το παράθυρό του. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο ήταν μονάχα ένα οικόπεδο γεμάτο σκουπίδια και σωρούς από κατεδαφισμένο υλικό μιας παλιάς οικοδομής. Με το φεγγάρι, είχε παρατηρήσει άλλοτε εκεί κάτι σπασμένα γυαλιά που λαμπύριζαν. Πέρα από το οικόπεδο δεν θυμόταν να υπάρχει τίποτε άλλο που να το είχε προσέξει.
Έκλεισε το παράθυρο, φόρεσε στα σκοτεινά το κασκόλ του και βγήκε στο διάδρομο. Πίσω από τις πόρτες ακούγονταν ψίθυροι και πνιχτά γέλια που μοιάζανε με κλάμα, γρήγορα πατήματα στο βάθος και πάλι ησυχία. Ήταν φανερό πως κρύβονταν πολλά μυστήρια σε τούτο το σπίτι, καθώς μισομάντευε πράγματα που η φρίκη τους τον τάραζε χωρίς να τη βλέπει.
Ένιωσε καλύτερα όταν τον πήρε η ψύχρα της νύχτας έξω από το υπόγειο. Ανάσανε βαθιά και προχώρησε στο οικόπεδο με τα σκουπίδια.
Τότε είδε να έρχονται ίσια καταπάνω του οι δυο γνώριμες σκιές. Αναγκαστήκαμε να ’ρθουμε εδώ για να σε βρούμε, είπε ο ένας χωρίς περιστροφές. Καταλαβαίνεις, πρέπει να τελειώνουμε κάποτε με σένα, πρόσθεσε ο άλλος. Και του έδωσε τον κοντυλοφόρο, απλώνοντας ξερά το χαρτί για να υπογράψει.
[ΟΙ ΔΗΜΙΟΙ από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΤΟ ΣΑΚΙ 1980 ]


ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ
Βρήκα μια πέτρα με σημάδια παμπάλαιης γραφής.
Συλλογιζόμουν τα πρόσωπα. Βγήκε τότε στη μέση το δικό του.
Ένα μεσημέρι μαύρο απ’ το πολύ φως.
Φοβήθηκα να του δώσω το χέρι. Κίτρινος σαν λείψανο.
Προτίμησα να περπατήσουμε χωρίς να τον κοιτάζω.
Χρόνια τώρα παγιδευμένος σε μια κάμαρη κάρφωνε τα μάτια του
στον τοίχο που κατέβαιναν αράχνες.
Δεν ξέρω από πού βγαίνανε τα λόγια του. Σαν να μιλούσε
σε κάποιον που δεν πρόφτασε μέσα στο παρελθόν να τον ιδεί.
Πολλές φορές τον άκουσα στο όνειρό μου να καίγεται κι έτρεχα
να τον γλιτώσω από τις φλόγες. Ωστόσο αυτός καιγόταν.
Αργότερα βρέθηκε παγωμένος. Ούρλιαξε η νοικοκυρά στο κάτω πάτωμα.
Εκείνη τη νύχτα χτυπούσα στον τοίχο της κάμαρας του να
μ’ ακούσει φωνάζοντας τον δυνατά στον κάτου κόσμο.

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή: πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν… Στον μέλλοντα, λοιπόν, αιώνα αυτοί θα τρέξουν στο ΤΑΜΕΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ να ζητήσουν μια θέση και βέβαια θα πληρώσουν μ’ ένα Ποίημα… Η φωνή του Γιώργη Παυλόπουλου έχει φυσικό χάρισμα να μπορεί να αφηγηθεί και μάλιστα με τρόπο ποιητικό: ξέρει να παίρνει τις ανάσες της και να μην πνίγεται, όταν ψηλώνει, να μην σβήνει όταν χαμηλώνει…



ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΓΡΑΜΜΑ του ΤΙΤΟΥ ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ (Θα σου μιλήσω μπροστά στο πέλαγος κι η φωνή μου θα σε φτάσει)


Πρέπει να σου μιλήσω. Δεν είναι πια για αναβολές.
Βουτηγμένη η γη στον ήλιο και τον άνεμο, μουσκεμένο στο κύμα το ψωμί, δεν περιμένουν άλλο.
Οι πικροδάφνες ακόμα ανθίζουν μες τη ρεματιά και κει στις ρίζες, να που ’χει άμμο έξι ώρες μακριά απ’ τη θάλασσα.
Δεν παίρνει άλλο πια ο καιρός.
(Ακόμα να γυρνάς μ’ αυτό το κομμένο καλάμι που δεν έγινε ποτέ φλογέρα;)
Πρέπει να σου μιλήσω.
Δίχως σκιάδι στα μάτια, δίχως μάτια που ν’ απαντούν στον πρωινό σου χαιρετισμό
μέναμε όρθιοι όταν ο ήλιος πυρπολούσε βράχια, βλέφαρα, καρδιές,
όταν μες στη βροχή τη νύχτα ξεκλέβαμε μια μακρινή μουσική
κι όμως με το μάγουλο πάντα μες στη ζεστή σας παλάμη ακόμα κι όταν την τραβούσατε μακριά
ακόμα κι όταν καν δεν την απλώνατε
ακόμα κι όταν λέγαμε «καλύτερα έτσι, καλύτερα».
Κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να μας αποστερήσει την παλάμη αυτή.
Μα τώρα το καλοκαίρι μπήκε μέσα στο καλύβι μας.
Ίσως να ήρθε ξαφνικά.
Ίσως να πέρασε το φράχτη όταν εμείς βρισκόμαστε στο πλοίο και πώς να δεις εκεί τα χόρτα που κιτρίνισαν…
Όμως ήρθε. Οι σκιές σκληράνανε  μαζί με το κριθάρι.
Κι οι πέτρες κάτω στο ποτάμι καίνε.
Δεν μπορείς άλλο να ρωτάς τον άνεμο.
Όταν γλυκαίνουν τα σταφύλια το αύριο πηδάει πίσω απ’ τη μάντρα τ’ αμπελιού και φεύγει.
Οι σκιές σκληράνανε.
Οι λέξεις τεντώσανε και τρίζουν. Απαιτούν να ειπωθούν. 
Θα σου μιλήσω μπροστά στο πέλαγος κι η φωνή μου θα σε φτάσει
(πρώτο απόσπασμα από το ΜΕΓΑΛΟ ΓΡΑΜΜΑ κι ακολουθούν  και  υπόλοιπα δεκαεννέα  μέρη, ΙΙ έως ΧΧ, από τη συλλογή ΧΩΜΑΤΟΔΡΟΜΟΣ 1952-1954 του Τίτου Πατρίκιου]



ΦΥΣΙΚΑ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ ΤΟ ΠΟΣΟ Σ’ ΑΓΑΠΩ (αποσπάσματα από το «Μεγάλο Γράμμα» στο «ΧΩΜΑΤΟΔΡΟΜΟ» του Τίτου Πατρίκιου):
ΙΙ
Αλήθεια, έχεις σκεφτεί ποτέ
τι ’ναι για μας αυτή η μακρινή ομιλία;
Φυσικά δεν ξέρεις το πόσο σ’ αγαπώ.
Ίσως καμιά φορά να συλλογιέσαι:
«… μα ναι… θα ’πρεπε».
Ίσως καμιά φορά να λες –
μα τι να λες;
Ένα κλωνί της σκέψης σου δεν μπορώ να πιάσω.
«Οι καθημερινές φροντίδες…» λέει.
«Η ζωή με τις απαιτήσεις της…» λέει.
«Άλλωστε δεν είναι εκείνη που φαντάζεσαι…»
Μα ποιος είπε πως εγώ φαντάζομαι;
Εγώ ξέρω.

Το τώρα και το πριν δεν μπαίνουν
σε χώριους δίσκους για να ζυγιστούν.
Ούτε το τίποτα με το πάντα.
Και κάθε δένδρο έχει κλωνιά.
Πολλά κλωνιά.
ΙΙΙ
Κι έπειτα
μέναμε πλάτη με πλάτη.
Στη μια γωνιά ταβέρνα,
Στην άλλη καπνοπωλείο
με κρεμασμένες αθλητικές εφημερίδες.
Κι ανάμεσα το βράδυ.
(Να γύρισε να δει;)
Πέρασες την ταβέρνα.
Εκείνη θα προσπέρασε το καπνοπωλείο –
(Όχι δεν γύρισε)
Τα ’χες σκεφτεί έτσι καλά…
(Βέβαια δε γύρισε.
Έφυγε)

Έτσι λοιπόν
με το μαχαίρι,
καλά τα κατάφερες,
με το μαχαίρι,
κι είσαι χαρούμενος
κουνάς ελεύθερα τα χέρια σου.
Και πρόλαβες.
(Και πάντα αυτός ο φόβος μη δεν προλάβεις)
Με το μαχαίρι κι όχι κλάψες –
(Πώς να πήγε σπίτι;
Τι να κατάλαβαν στο πρόσωπό της;
Σε ποια καρέκλα κάθισε;
Τι είπε;)

Γιατί να συμφωνήσει έτσι μαζί σου;
Γιατί έστω μια λέξη να μην πει
απ’ ό,τι πια δεν περιμέναμε;
Γιατί να μην δείξει ένα αδιόρατο σημείο;
Κι εκείνο που ’δειξε γιατί να τ’ αγνοήσεις;
Γιατί εσύ να μην το φτιάξεις το σημείο εκείνο;

Κι ανάμεσα ένα μαχαίρι
Όχι. Ένας δρόμος που πάει κι απλώνει πάει κι απλώνει
όπως να στρίψεις πάει κι απλώνει –
Κι ανάμεσα,
ένα μαχαίρι
ΙV
Τότε
η αγάπη είχε έρθει μέσα από το δάσος
μ’ αλατζαδένιο φουστάνι κι ένα δεμάτι ξύλα.
Τα σκουριασμένα συρματοπλέγματα με ξέφτια από παλιές στολές
οι πάσσαλοι που δείχναν ένα μισοσβησμένο Προσοχή
τα καμένα δένδρα τα καμένα νούμερα
δεν την εμπόδιζαν να λέει απ’ την αρχή το φως
να λέει το χώμα να λέει τ’ αγριολούλουδα
να λέει τ’ όνομά μας.

Και πιο ψηλά οι κορφές γυμνές.
Μα όποιο παράθυρο ν’ ανοίγαμε στον άνεμο
έβγαζε στα σταυροδρόμια των ανθρώπων
με το μακρινό αχό των μηχανών
(ή των πολυβόλων)

Ολοένα τραβούνε καινούρια λαγούμια τα έντομα.
Οι ρίζες του έλατου σαλεύουνε κάτω απ’ το ξεραμένο χώμα.
Είναι πολλές οι λωρίδες της άσφαλτος
που κυλάνε συνοικιακά λεωφορεία
γεμάτα εργάτες.
Και το μεγάλο φλούδι της γης
δέχεται, υπομένει, χαμογελάει.
Όπου βρίσκονται άνρθωποι
υπάρχουμε κι εμείς.

Δεν ξέρω. Ίσως η αγάπη να μη φορούσε χωριάτικο φουστάνι.
Όμως εσύ ήσουν δίπλα μου
και γύρω μου
κι αντίκρυ μου
κι αγάπη ήταν το δικό σου πρόσωπο
ήταν η ανυπαρξία χώρου ανάμεσά μας.
(Εκεί που τέλειωνες εσύ
άρχιζα εγώ
κι ο αέρας δεν μπορούσε να περάσει ανάμεσα)

Στα χέρια σου δε χωράει μόνο τ’ αδέξιο τραγούδι
μιας παιδικής φυσαρμόνικας.

Τα χέρια σου χωράνε έναν κόσμο
όπως γλιστράνε σαν ανοιξιάτικη βροχή
στο ξεχασμένο υπόστεγο της φωνής μου.

Ένας ορίζοντας τα μάτια μου σε τυλίγουν
Όπου κι αν κοιτάξεις
θα δεχθείς το βλέμμα μου.
Κι εσύ κοιτούσες παντού
V
Λοιπόν αυτός ο κύκλος που χαράξαμε
μ’ ένα κομμάτι σπασμένη στάμνα
είναι ο δικός μας κύκλος
είναι ο δικός μας κύκλος
είναι ο δικός μας χώρος
να κρύβουμε εκεί το κελάηδα του κότσυφα
και να ξέρουμε πως θα ξαναβρούμε
να μπορούμε να κουβεντιάζουμε
για όσα θα γεμίζουν τα μεγάλα βιβλία του μέλλοντος.

Αυτός ο κύκλος
δεν είχε πέρατα.
Ούτε η χαρά μας.
Όταν την καρδιά σου
δεν την μοιράζεις αγκαλιές
πέρα απ’ τ’ αλώνια όπου λιχνίζονται οι μέρες μας,
δεν είναι πια καρδιά.

Ξύλα και πέτρες
κι ένα κομμάτι γης
καθαρισμένο απ’ τ’ αγκάθια και τ’ αγριόχορτα
το άναμμα της φωτιάς
το φύσημα της φωτιάς
η χύτρα που βράζει και βράζει
η γνώση πως πέρα απ’ τα βουνά θα ’ναι πάντα άνθρωπος
η γνώση που θέλουμε κι άλλη γνώση –
πως τα θέλουμε όλα.

Ίσως η αγάπη να μη φορούσε χωριάτικο φουστάνι.
Μα εγώ αγαπούσα τη μοσχοβολιά των μαλλιών σου
πιο πολύ κι από τη μυρουδιά του δάσους.

ΜΑ ΕΓΩ ΑΓΑΠΟΥΣΑ ΤΗ ΜΟΣΧΟΒΟΛΙΑ ΤΩΝ ΜΑΛΛΙΩΝ ΣΟΥ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΚΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΥΡΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ (αποσπάσματα από το «Μεγάλο Γράμμα» στο «ΧΩΜΑΤΟΔΡΟΜΟ» του Τίτου Πατρίκιου):
VΙ
Μπορεί να γνωρίσεις ένα πρόσωπο
όταν τα χείλια σου ανακαλύπτουν
τις αλλεπάλληλες επιφάνειες  που σώρευσαν οι καιροί.
Μα έπειτα δε σου φτάνει.
Έπειτα θες να βρεις  όλες τις μικρές φλέβες
καθώς απλώνονται κάτω απ’ το δέρμα
να βρεις όλα τα τραγούδια που δεν ειπώθηκαν
όλες τις μνήμες που ταξίδεψαν στα λεπτά μονόξυλα
των στιγμών.

Το γέλιο σου άξαφνα ν’ αρπάζει από το μπράτσο
ένα άλλο γέλιο
και να γυρνάν στους δρόμους ξεκουφαίνοντας τη γειτονιά
σα μαθητές που σπαν τα καλαμάρια τους στην πόρτα του σχολείου…
Ένα κεφάλι ν’ ακουμπάει στον ώμο σου
κι ο ήλιος να καπνίζει το τελευταίο τσιγάρο και να φεύγει
αφήνοντας τη μέρα μες στα χέρια μας
άδειο πακέτο πυκνογραμμένο πολύτιμες σημειώσεις…

Μα έπειτα
κι αυτό δε φτάνει.
Θες πιο πολλά.
Κι ετούτο το παρόν που καίει και καίγεται
ετούτος ο πελώριος λιοψημένος ξυλοκόπος
ακολουθεί παντού με το βαρύ του βήμα
κι εύκολα δε χορταίνει δε γελιέται
όλο ακονίζοντας το τσεκούρι του στα κόκαλα
όλο γυρεύοντας.
Και ξέρεις πως η δίψα του
είναι η δική σου δίψα.

Θέλουμε πιο πολλά
τα θέλαμε όλα.
Δε γινόταν αλλιώς.
Ό,τι  μας έφτανε χτες
για σήμερα ήταν λίγο.
Ό,τι μας γέμιζε χτες
ήθελε κι άλλο σήμερα να μη χαθεί.

Ναι, μα ένας άνθρωπος
δεν είναι πορτοκάλι να τον ξεφλουδίζεις
δεν είναι πράγμα
να τν κόβεις στα δυο και στα τέσσερα.
Είχες μια τρυφερή καρδιά κοριτσάκι.
Πίστεψε αν αδέξια την έσφιγγα
δεν το ’κανα για να πονάς.
Ήθελα να σ’ αγαπώ
μα ήσαν πολλά τα όσα ξέραμε
ήσαν πολλά τα όσα δεν είχαμε μάθει ακόμα.

Κι αν ήμουν άνδρας
κι έπρεπε να ’μια δυνατός
(έπρεπε…)
να το ξέρεις:
Όπου μ΄ άγγιζες πονούσα.
Όπου δε μ’ άγγιζες
πονούσα.
Και μέσα μου φουσκώναν ολόκλειστα
τα δικά μου τα ποτάμια
που θα μπορούσαν να ποτίσουν
όλα τα λησμονημένα περιβόλια.
VΙΙ
Στα μάτια είχαμε
την ίδια ζέστα της Αθήνας
τα ίδια για να δούμε κόκκινα φώτα
αμυδρά αγγίζαμε τους αγκώνες
τυλιγμένοι νύχτα, κουβέρτες κι άνεμο.

Τα φώτα της Αθήνας
τα φώτα του κόσμου
πόσο νιώθαμε κόσμος εμείς…

Όμως τα όρια του κύκλου μας διαχέονταν.
Δεν ήξερες πια αν δεν είχε πέρατα
ή αν είχε μόνο
μια περιφέρεια κομματιασμένη.
Και μαζί με τους ανθρώπους
μπαίναν και ξένοι.
Τρυπώνανε στα πέδιλα
όπως η άμμος και τα μυτερά λιθάρια
κάτω απ’ τα βράχια της ακροποταμιάς.
Κι ύστερα νιώθαμε ντροπή
να σκεφτούμε έναν κότσυφα
ή λίγη σιωπή
μπροστά τους.
Μιλούσαμε πια για τους ξένους
νομίζοντας πως μιλάμε για τους ανθρώπους

(Πόσο εμείς οι ίδιοι γινόμαστε ξένοι
κι ο εαυτός μας ένας ξαφνικός περιπατητής
που μας κοιτάζει με περιέργεια κι επιτίμηση…)
VΙΙΙ
Σου μίλησα ποτέ για τη μικρούλα αδελφούλα
που πέθανε;
(Το φύλαγα για λίγο γλυκό νερό στη φούχτα
και χύνονταν μέσα απ’ τα δάχτυλα ως να το φέρω)
Σου μίλησα ποτέ για κείνη τη νύχτα
που ως το πρωί κουβέντιαζα για σένα;
(Είχε ένα κόκκινο αργοπορημένο φεγγάρι
και λυπόμουν που δεν το ’βλεπες)
Ποτέ δεν σου ’πα πως κάποτε βρεχόμουν
τρεις μέρες και τρεις νύχτες
κι ύστερα καθώς στέγνωνα μπρος σ’ ένα τζάκι, νηστικός
χαιρόμουνα που κάποτε θα ’ρθεις
για να στο λέω.
Έξι χρόνια καρτέραγα για σένα
και δε μίλησα
κι όταν μου ’λεγες βουβά
«έλα πάρε με»
δεν μπορούσα πια.

Ψιλή-ψιλή στάχτη σιωπής
στυφή και παγωμένη
στα χέρια, στα μαλλιά στα γόνατα,
στις δυο ανάσες που σμίγανε
στις δυο παλάμες που σμίγανε
στα στόματα στα μάτια –
Πού να ’ναι εκείνη η σιγαλιά των αστεριών
που φλυαρούσε μέσα μας κάθε που ο κόσμος
κρατούσε την ανάσα του για μια στιγμή;
Εκείνο το ενδόμυχο τραγούδι που άνοιγε έναν καινούργιο δρόμο;
Μονάχα μια σιωπή.
Σιωπή
που όλο σκοτώνει τη σιωπή.

Όσο κι αν γράφεις πάνω στη σκόνη
τ’ αρχικά του χρόνου
όσο κι αν σχεδιάζεις
πεντάλφες και τετράγωνα
τρεις φορές την εβδομάδα
6-8 το βράδυ
κατακαθίζει άλλη μια φούχτα στάχτη
σκεπάζοντας τις τελευταίες μνήμες
που μας περίμεναν πίσω απ’ τις γρίλιες.

ΖΗΣΑΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ, ΑΝΑΣΑΙΝΑΜΕ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ, ΔΕ ΓΙΝΑΜΕ ΠΟΤΕ Η ΑΓΑΠΗ (αποσπάσματα από το «Μεγάλο Γράμμα» στο «ΧΩΜΑΤΟΔΡΟΜΟ» του Τίτου Πατρίκιου):
ΙΧ
Ένα βιολί χωρίς χορδές
ένα βιβλίο μ’ άκοπα τα μισά του φύλλα
μια μακρυσμένη γυναικεία φωνή
μέσα απ’ ένα χωράφι στάχυα…

Κανείς να μην ξέρει γιατί να τρέχει μακριά η ματιά
κανείς να μην ξέρει γιατί
το φιλί να τρεμουλιάζει
αβέβαιο για πρόσδεξη
αβέβαιο για αγάπη.

Αγάπη αγάπη.

Τι κι αν γυρίζεις με το δάχτυλο
τους δείχτες του παλιού ρολογιού
με τους λατινικούς αριθμούς…

Ζήσαμε την αγάπη,
ανασαίνουμε στο πρόσωπό της,
δε γίναμε ποτέ η αγάπη.
Χ
Είχαμε βάλει τον ήλιο στο τραπέζι
κόκκινο και ζεστό
σα βασιλόπιτα.
Πρώτα του ανθρώπου –
να, αυτού που περνάει εμπρός μας
του φτωχού.
Έπειτα του σπιτιού
Του σπιτιού –
δε δόθηκε ποτέ το κομμάτι αυτό,
δε φτιάξαμε ποτέ μια σκεπή
ένα παράθυρο ν’ αγναντεύουμε,
δε φτιάξαμε τ’ όνειρο ενός σπιτιού
με τρία ξεχασμένα κλωνιά βασιλικό
στο περβάζι.
Μόνο ένα παλιό αδιάβροχο στρώναμε
και καθόμαστε
κι άκουγα το κλάμα σου
κοιτώντας πέρα
ακολουθώντας την άδεια ποταμιά του γαλαξία.

Δεν ήμουν ακόμα αρκετά παλικάρι
να μπορώ να κλαίω.
ΧΙ
Μεγαλώσαμε αλλιώτικα εμείς,
αλλιώτικα εσύ,
αλλιώτικα οι άλλοι.
Εμείς ξυπολυθήκαμε νωρίς για πεταλίδες
νωρίς πετάξαμε το πηλήκιο του γυμνασίου
και στο καινούργιο αλφαβητάρι που δεν μας χάρισαν στη γιορτή μας
μάθαμε όλα τα τραγούδια της φωτιάς
χωρίς να συλλαβίσουμε ποτέ.
Γέμισε θαλασσινά το δισάκι μας
γέμισε σπασμένες πλάκες πεζοδρομίων,
αίμα, σφαίρες, τριμμένη μπομπότα,
ένα μεγάλο ντενεκεδένιο κουτί χαρά,
βάρυνε, έγινε ασήκωτο.
Μα κι οι δικές μας πλάτες δυναμώσανε.
Μια πήχη μουστάκι.
Και πάντα έτοιμοι να το σκάσουμε απ’ την πόρτα της κουζίνας
για πεταλίδες.

Μάκραιναν - μάκραιναν
τα ξεραμένα ανθόφυλλα στο βιβλίο
το κουτί με τα σοκολατάκια
το κεντητό τραπεζομάντηλο
ο πατέρας που λέει: «Στις εννιά να είσαι στο σπίτι».
Όταν ο φίλος που κοιμάται δίπλα σου λέγεται θάνατος
όταν το απότομο φρενάρισμα μπροστά στην πόρτα σου
λέγεται αναμονή
όταν η μάζα μες στις αρβύλες
από κρέας νερό και πόνο
λέγεται πόδια
κι είναι δικές σου οι αρβύλες αυτές,
τότε πού να χωρέσει στο σακούλι σου
ένα μικρό κοριτσίστικο όνειρο…
Ζουλιέται τ’ όνειρο μες στις κονσέρβες
μεγάλα λασπωμένα χνάρια απλώνονται
στις σφουγγαρισμένες πλάκες
και τ’ άλογο χρεμετίζει.
Βιάζεται.
Δεν έχει να κάτσεις στη σκιά της κληματαριάς.
Πάντα θα ρίχνεις χάμω τα ψίχουλα του κουραμπιέ
και πάντα οι τσέπες σου θα ’ναι γεμάτες χνώτο
απ’ τους μεγάλους θαλάμους.
(Και στη δική της τσέπη πάντα
ένα γαλάζιο μαντηλάκι)

Είπα:
«Η παγωνιά δε σκότωσε τη μνήμη της θάλασσας
δε σκότωσε το κελάηδημα του κότσυφα.
Ας τα φυλάξουμε από μας».

Φεύγει το άλογο,
χάνεται η αυλόπορτα.
ΧΙΙ
Δεν έμεινε τίποτα.
Όπως ένα παγούρι στραγγισμένο από νερό
που δεν αφήνει μυρουδιά.
Όσα πράγματα συναντήθηκαν με τις τροχιές μας
σιωπούσαν.
Αυτό το φεγγάρι που ’τρεχα να στο δείξω
όταν ξανάβγαινε καινούργιο,
ήταν ξένο.
Αυτά τα γυαλιά που αγγίξανε τα χείλια σου,
που μείναν ώρες και ώρες μες στην τσάντα σου,
ήταν ξένα.
Ξένος ένας ασημένιος χαρτοκόπτης
οι πλατείες που σεργιανίσαμε μαζί
οι δρόμοι
τα παράθυρα του σπιτιού σου.
Με άλλους ξανάφαγα στο ίδιο τραπέζι
και γελούσαμε.
Στην ίδια θέση ακούμπησα το πιάνο μου
και δε θυμόμουν τίποτα.
Τίποτα.

Άραγε
υπήρξαμε ποτέ;
ΧΙΙΙ
Δεν τη σκεφτήκαμε ποτέ
εκείνη τη μικρή κορομηλιά.
Ακλάδευτη έμεινε κι απότιστη,
πέτρωσε το χώμα γύρω της –
μικρή κορομηλιά
ακλάδευτη κι απότιστη
σε ξεχάσαμε.

Μικρή κορομηλιά
σε ξέχασε το πηγάδι
σε ξέχασε το δρομάκι μεσ’ απ’ τις φασολιές
σε ξέχασαν τα παιδιά με τις σφενδόνες…

(Εκείνος ο δρόμος ένα μαχαίρι.
Σκουριασμένο μαχαίρι στομωμένο μαχαίρι
όχι ένα ψόφιο ψάρι που το σέρνει ένα παιδί στο χώμα.
Εκείνος ο δρόμος
ήταν μαχαίρι)

Το ξεραμένο χόρτο
κρύβει τα λαγούμια των εντόμων,
κρύβει όσες ρίζες αναδεύονται
και μας δένουν με τη γη
τα λαγούμια που σκάβουν μέσα μας
οι ξεχασμένες ώρες.

ΕΓΙΝΕ ΞΑΦΝΙΚΑ ΟΠΩΣ ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΑΝΟΙΞΗ (αποσπάσματα από το «Μεγάλο Γράμμα» στο «ΧΩΜΑΤΟΔΡΟΜΟ» του Τίτου Πατρίκιου):
XIV
Μιλούσα γι’ αγάπη
κι η αγάπη ήσουν εσύ
μιλούσα για το φιλί
και το φιλί ήσουν εσύ,
με τ’ όνομά σου,
τη διεύθυνση του σπιτιού σου,
το δειλινό χαμόγελο
που μόνο εγώ μπορούσα να το βλέπω.
Πώς να υπάρξει τώρα
εκείνο το χαμόγελο
όταν κανείς δεν το καταλαβαίνει;
(Μα κι αν το καταλάβει
θα πάψει πια να είναι το ίδιο)
Πώς να υπάρξει εκείνη η μουσική
που μου ζητούσες να σφυράω;
Πόσες φορές την εμπιστεύτηκα
στο νυχτερινό άνεμο
στα κουρασμένα ηλεκτρικά.
Την άκουσες ποτέ;
Ήταν για σένα.
Δεν το παραδεχόμουνα.
Μα ήταν.

Δεν έβλεπα
τις μικρές σταλαγματιές το φως
που πέφταν στο φεγγίτη μου
διαπερνώντας τις φυλλωσιές των σύννεφων.
Λιώσανε απότομα τα κρύσταλλα.
Μια φωτεινή πλημμύρα
σκόρπισε την επιμονή της σκόνης
τα μισοτελειωμένα χειρόγραφα
τα μισοτελειωμένα βήματα.

Δεν ξέρω πώς έγινε
(ίσως και να ξέρω)
όμως το φως δεν είχε ποτέ στερέψει.
Να μου χαμογέλασες ποτέ
από μακριά;
Δε γίνεται. Κάποια στιγμή θα χαμογέλασες.
Ακόμα κι όταν έδιωχνες
κάθε τι δικό μου.
Ακόμα κι όταν νόμισες πως το ’διωξες.
XV
Από κανέναν τίποτα να διώξουμε
δεν μπορούμε.
Περνάν οι άνθρωποι και μας αφήνουν
την πρωινή καλημέρα τους
-όλοι οι άνθρωποι-
τη ζέστα του κορμιού τους
τη σιγουριά για τη δική μας ανθρωπιά.
Δε διώχνονται αυτά
δε μπορείς να διώξεις
το αργό μέρος της συμφωνίας εκείνης
δεν μπορείς να βγάλεις από το σπίτι
τ’ ανεμιστά γένια του Χουίτμαν
τις ηλεκτρισμένες χειρονομίες του Μαγιακόφσκι
δεν μπορείς ν’ αφήσεις έξω απ’ τον σερπετζέ
τον Μακρυγιάννη και τον Λαγουμιτζή.
Και πάντα θα φουσκώνει μέσα σου
το μίσος για τον πόλεμο
η αγάπη για τα μεγάλα φράγματα
των ποταμών.

Ίσως το περίγραμμα των χειλιών σου
να τρεμουλιάζει λίγο
ίσως να σκούρυναν τα μάτια σου.
Όμως μέσα μου ανεμίζει
ένα κύμα τα μαλλιά σου
μυρουδιά σανού
ανεμίζει η ξαφνική μετεώριση
ανάμεσα σ’ ένα χεροσφίξιμο
και σ’ ένα «καληνλυχτα»
Η λεπτή δόνηση του αέρα
από μια λέξη σου.
Η σιωπηλή αφήγηση των μεγάλων σου μυστικών
όταν εγώ διψούσα την ομιλία σου.

ΠΑΝΤΟΥ ΜΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ, ΜΙΑ ΡΕΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΔΥΟ ΒΟΥΝΑ ΓΥΜΝΑ. ΟΜΩ΅ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΝΑΣ ΦΡΑΧΤΗΣ (αποσπάσματα από το «Μεγάλο Γράμμα» στο «ΧΩΜΑΤΟΔΡΟΜΟ» του Τίτου Πατρίκιου):
XVΙ
Πόσες φορές κοιτάξαμε
πίσω απ’ τα τζάμια μιας πικρής βροχής
την ατέλειωτη παρέλαση των στρατιωτών.
Και τώρα, εσύ ο ίδιος, να σε,
με το αριστερό χέρι
«εν πλήρει ορθή γωνία»
ν’ ανιχνεύεις στα τζάμια που περνάς
ένα παιδικό πρόσωπο
ν’ ανιχνεύεις σε κάθε γυναικεία μορφή
τη μορφή της
να κουβαλάς στον ώμο σου τον άνθρωπο
όπως υποβαστάζεις το γυλιό
του κουρασμένου συναδέλφου σου.

Πόσες φορές μιλάγαμε για κείνους
που βρέθηκαν εκεί.
Και τώρα να ’μαστε εμείς οι ίδιοι
να βαδίζουμε στο ίδιο χώμα το κόκκινο
που αντέχει ακόμα να πατιέται και να βλέπει
να κοιμόμαστε στην ίδια επιφάνεια
που τους δέχθηκε,
να σκάβουμε στους ίδιους δρόμους που έσκαβαν,
στους ίδιους τοίχους μπρος
στα ίδια γραφεία
ν’ απαντούμε στο δικό μας προσκλητήριο
που κάθε πρωί
μας ρώταγε και μας ξαναρώταγε
αν είμαστε παρόντες
στον εαυτό μας,
σε μας
στον κόσμο.

Όλα είχαν γίνει πιο απλά.
Έτρωγες λίγο
κοιμόσουν λίγο
δούλευες πολύ, σ’ αγαπούσαν πολύ,
αγαπούσες πολύ.
Την αγαπούσες.

Παντού μια θάλασσα.
Μια θάλασσα, μια ρεματιά και δυο γυμνά βουνά.
Όμως για την ελπίδα μας
κανένας φράχτης.
Έτσι ν’ απλώσουμε τα χέρια και σας βρίσκουμε.
Τις νύχτες ταξιδεύουν οι σκηνές πέρα απ’ τα γέρικα χωράφια
κι ότι κερδίζουμε απ’ το σήμερα
το φέρνουν πιο κοντά στο μέλλον.

Και το πρωί πάλι ο ίδιος ουρανός
φορώντας ένα κατακαίνουργο χαμόγελο
να χαιρετάει.
Έμαθε πόσο σκληρές είναι οι μέρες μας έμαθε τι χάρισμα είναι να ζεις στις μέρες μας.
Να ’σαι ένα κομματάκι
της μεγάλης καρδιάς του ήλιου.
XVΙΙ
Αγάπη αγάπη
μόνο η πάχνη του πρώτου άστρου –
άσε να σου μιλήσω.
Αγάπη δε φοβάμαι πια.
Σ’ αγαπώ.
Άσε ν’ ακουστεί η φωνή μου
πάνω απ’ τις κορφές των δένδρων
πέρα απ’ τους οριζόντιους καπνούς των πλοίων.

Στα μάτια μας τα ίδια φώτα της Αθήνας
τα φώτα του κόσμου

XIΧ
Το δισάκι μας χωράει πολλά.
Το δισάκι  μας τα χωράει όλα.
Και στην αυλή μπορείς να στήσεις γλέντι
και τ’ άλογο μπορείς ν’ αφήσεις
στ’ ανεμοπάχνι.

Το ταγάρι σας τα ’χει όλα
κι όταν τα στρώνουμε στη χλόη
θα τα μοιράσουμε σε χοντρές ίσιες φέτες
σαν το καρβέλι.
XΧ
Να τον πάλι ο κόσμος και τα πράγματα
μπροστά μας.
Να οι άνθρωποι.
Να ’μαστε εμείς στο κατώφλι της μέρας.

Μπορούμε πάλι να πούμε:
«Αυτό είναι πέτρα, αυτό ένα ποτήρι νερό,
κι αυτό ένα πήλινο πιάτο,
κι αυτό ξεραμένο αίμα».
Μπορούμε να πούμε:
«Να, ο Γιάννης μας χαιρετάει από πέρα.
Να, αυτό λέγεται χαρά».

Ακουμπάμε πάνω στα γόνατα
το μεγάλο βιβλίο των άστρων
και διαβάζουμε αργά, δυνατά,
ν’ ακούμε όλοι:

Η πατρίς της γεννήσεώς μου
είναι απ’ το Λιδορίκι
χωριό του Λιδορικιού
ονομαζόμενον Αβορίτη.
Η πατρίς της γεννήσεώς μας
είναι ο κόσμος.
Πατρίδα μας είναι η αλήθεια.
Καλημέρα λοιπόν.
Καλημέρα.

[«Απλωθήκαμε σαν πολυθρόνες καφενείων. Κανείς δεν έρχεται να κάτσει»: λέξεις γυμνές από ποιητικές συλλογές του Τίτου Πατρίκιου, που δείχνουν τα κόκαλά τους σε μιαν αλλιώτικη διάταξη, ανατομία καθημερινών πραγμάτων το πολύ για μια ΛΥΤΡΩΣΗ ΑΤΟΜΙΚΗ… «Γι αυτό κι εγώ δεν γράφω πια για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια, όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια! Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω, να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή – όσο μπορώ κι όσο κρατήσω» ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Μαθητεία 1963]