Δευτέρα, 20 Μαΐου 2019

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΜΟΝΟΙ ΚΑΙ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ (κάθε ψυχή είναι μια θάλασσα στην ερημιά):


Κι έπειτα όλα οδηγούν στην απόγνωση. / Στην τρέλα ή στον αυτόχειρα.
Όταν μια μέρα διαπιστώσεις πως παρά τις τόσες σου προσπάθειες έμεινες για πάντα μόνος.
Οι άνθρωποι είναι πάντα μόνοι και φοβούνται.
Και καθένας τους κρύβει μια πολιτεία ή μια φυλακή.
Όλοι είναι τρίτοι. / Όταν τους ερευνάς.
Όταν ζητάς από αυτούς εκείνο που δεν σου έδωσε ποτέ η μάνα όταν ήσουν παιδί / ή έστω ο αδελφός όταν ήσουν νέος / που σκέφτηκε κι αυτός με τη σειρά του
αλήθεια, τι μου έδωσε εμένα ο αδελφός μου;
Στην παραλία μένουν οι πέτρες των πνιγμένων / και οι μνήμες από τα φωταγωγημένα καράβια που έφυγαν.

Στα μάτια μου ενεδρεύει ένα παιδί με τριαντάφυλλο ή ένας χοντρός και άξεστος λύκος.
Κάθε ψυχή είναι μια θάλασσα στην ερημιά. / Με το παιδί και το λύκο.
Τα λόγια είναι ενστικτώδεις κινήσεις προφυλάξεως κάποιου τρομαγμένου ζαρκαδιού. [ΠΑΛΙΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ και ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΕΝΕΔΡΕΥΕΙ, δυο ποιήματα από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου Η ΚΛΕΦΤΟΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΥ από την επιλογή του ιδίου στη συγκεντρωτική έκδοση των ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ του 1968-2010, εκδόσεις Κέδρος 2014]



ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΣ
Στις λαϊκές συνοικίες
με τα μαραμένα απογεύματα στα καφενεία.

Κι ο θυρωρός με τα παλιά τραγούδια.

«Πέρασε εκείνος ο καιρός», του είπα,
και αυτός ποτές δεν μίλησε.

«Καημό το έχω», του ξανάπα, και πάλι αυτός δε μίλησε.

Οι νεκροί κάποτε βρίσκονται ανάμεσα μας
και κρατούν με την υστερία της ηδυπάθειάς τους
την ψυχή μας γαντζωμένη.

Παίζουν και χαίρονται. Παίζουν και χαίρονταο.

Και το βράδυ που πέφτει το σκοτάδι
στην ερημιά μας μας τρελαίνουν.

ΔΕΝ ΘΑ ΣΕ ΖΗΤΗΣΩ
Δε θα σε ζητήσω ποτέ πια.
Και μη θελήσεις ούτε κι εσύ
να παίξουμε κιθάρα πάλι στο κρεβάτι σου
μ’ εκείνα τα τεράστια μάτια της μάνας σου
που μας κοίταζαν πάνω απ’ το τσίτινο φουστάνι σου

«Μωρό μου»

Έτσι φαντάστηκα κάποια νύχτα της οδύνης μου
μια πόρνη να φωνάζει τον γέρο πελάτη της που είχε σύφιλη
κι αυτός φοβόταν τόσο μην το μάθει
όπως φοβούνται οι ποιητές
μη μάθουν οι άλλοι τη μοναξιά τους.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ
 Πώς να σου πω ένα τραγούδι, Ρήγα Φεραίε,
μέσα από ένα τρόλεϊ
και μέσα από χιλιάδες μάτια που με καρφώνουνε καχύποπτα.
Ρήγα Φεραίε, σκληρό μεθύσι της σάρκας μου
και της ψυχής μου πυρκαγιά.
Μείναμε μόνοι το βράδυ στους δρόμους της Αθήνας
καπνίζοντας αμίλητοι απανωτά αμερικάνικα τσιγάρα.
Σε αποχωρίστηκα το πρωί όπως δυο άγνωστοι επισκέπτες
χωρίζουν ανικανοποίητοι
στην πόρτα του μπορδέλου, χωρίζουν.
Ρήγα, Φεραίε, πώς τάχατες να σε φωνάζω
στην έρημη μου χώρα.
Μοιάζω με τσανάκι φυλακών
που τα πάει καλά στο γλείψιμο με τους φρουρούς του.
Μοιάζω με σκοτεινό ρουφιάνο
που έχουν τα μάτια τους τέσσερα
μαζί μου οι αφέντες και το βλέπω.
Ρήγα Φεραίε, μοίρα της μοίρας μου
και εσύ, γριά τσιγγάνα, που γύρευες να μ’ αφανίσεις
στης νύχτας μου το φλογισμένο πάθος.
Βλέπω το σκοτεινό μαχαίρι,
τη μάνα πίσω απ’ το σφαγμένο γιο της
κι ένα χαμένο φεγγαράκι πάνω σε βράχους και τριβόλια.
Βλέπω το κρίμα του φονιά ταλαντεύεται
μετανιωμένος που τον πληρώνουν φτηνά για τέτοια πράξη
και του νεκρού το αίμα να ξεπλένεται τη νύχτα την ασέληνη
στου ποταμιού την άκρη βλέπω.

Ρήγα, κοίτα μην τύχει και ξυπνήσεις σήμερα
γιατί θ’ αυτοκτονήσεις τζάμπα μες στων εφημερίδων τα ψιλά!

ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ
 Μέσα στα ερείπια η ιστορία πορεύεται
σαν θραύσμα σαν κλέφτης σαν ψεύτης που πίστεψε σε πόρνη.
Ο ποιητής Μαγιακόβσκυ πήρε μια μέρα το πιστόλι
και έσπασε το βάζο στο τραπέζι τον καθρέφτη
και το τζάμι της κουζίνας.
Ο κόσμος συνέχιζε το «χρέος» του
κι αυτός που τόσο γκάριζε σαν ξεκομμένος γάιδαρος
κατάφερε να πάρει τα παπούτσια του απ’ το κόμμα
το παλτό απ’ το καθαριστήριο και πιστοποιητικό ταφής.
Και η Μαρία, που ήταν Ποίημα
έδωσα μια στα αστεία και έσπασε τον κώλο της στον τοίχο
και μπήκε στο επάγγελμα με δέκα.
Αν και προκάλεσε κοινωνικές αντιδράσεις
αργότερα παντρεύτηκε χρηματιστή.
Πόλη μεγάλη με μαύρες καμινάδες
πόλη φτωχή και πλούσια πόλη με μετανάστες στοιβαγμένους
στου λιμανιού τις αποθήκες και στα καπνεργοστάσια.
Να η ζωή σου και η θλιμμένη περηφάνια σου.
Να η μαλαματένια σου γυφτιά στους πέντε δρόμους πεταμένη.

Ω διαμάντια και μικροσκοπικοί σταυροί πανάκριβοι.
Ω διαταγές αρχαίων στρατηγών
δεμένες με κορδέλες από εσώρουχα αρτιστών
στων δεσποτάδων τα γιλέκα.
Νιώθω τις άσχημες βουλές σου, ιστορία πίθηκε.
Νιώθω τις άσχημες βουλές σου, καλόγερε,
με το σκισμένο ράσο τα βρώμικα ποδάρια
και την ψυχή σου πονηρή και ανοικτίρμονα
σαν την ψυχή της γάτας.
Βλέπε του Θεού σου τις πληγές
που στάζουν αίμα και φαρμάκι μυρωμένο.
Βλέπω το κρίμα σου πηχτό σαν το σκοτάδι πηγαδιού.
Ποντίκια εδώ κι εκεί μες στη μεγάλη του εκκλησιά
εργάτες κορίτσια και πολυφαμελίτες πρόσφυγες.
Βρωμάνε κάτουρο και κλάνουν.
Φοβάμαι κι ουρλιάζω,
ένας άγιος από μια εικόνα με καρφώνει.
Ένα φίδι σκοτωμένο στη γωνία με τα μάτια του ανοιχτά.
Η ιστορία που πορεύεται αχάριστη
και η ζωή μου απρόσωπη.

Μακριά απ’ τις μαντόνες που σου γνέφουν
και που τις γέλασαν στον πόλεμο φαντάροι

ΕΠΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙ
Γούλας ο Κοράτος ο επιλεγόμενος Θορής
από τα Σάλωνα της Στερεάς
μέρα Λαμπρής εζωγραφήθη
από πλανόδιο ζωγράφο ομπρελά και κρεβατά
για λίγο ρύζι λάδι και σαπούνι.

Γούλας ο Κοράτος ο επιλεγόμενος Θορής
εζωγραφήθη κ;ι επωλήθη απ’ τη γριά του
σε υπαίθριο παλιατζή
για ένα βουρτσάκι νάυλον, για μια παλιά παλάντζα
κι έναν καθρέφτη από το Κονγκό.

Η θλίψη σου, ρε μάτια μου,
σαν την Καισαριανή τα βράδια του φθινοπώρου.

Πάψε πια να με καρφώνεις με ρεμπέτικα
πίσω απ’ τις μάντρες της, στους δρόμους.
Οι ναυτικοί ναυάγησαν, οι ναυτικοί στα πετρελαιοφόρα,
στη μοιρασιά μαλώνοντας χαθήκανε για πάντα.

Στερνή φορά που μου ’γραψες, θυμάσαι!
Πήρα το γράμμα σου σε μπαρ
«έχεις γράμμα», είπε ο θερμαστής
έβρεχε παρέες και βρίζαν και φωνάζαν
και κάποιοι ράδιο που έκλαιγε στην άκρη.
«Ο μικρός έφυγε ένα βράδυ, έγραφες,
λες και πήγε στη γωνία για τσιγάρα ή καραμέλες»

Νύχτες μεγάλες με το φόβο του απείρου διπλοσφαγμένες
νύχτες με υπόκωφους θορύβους τυραννικές κι απέραντες
χίλιες στιγμές και αιωνιότητα, χίλιες στιγμές και θάνατος.
Κι ήτανε δύσκολη εποχή, κανένας δεν την άκουγε,
κάτι «παιδιά» μονάχα ρίχναν τα βράδια στις ταβέρνες
να προφτάσουν το κακό και τον εμφύλιο, λέει,
μα όσοι γνώριζαν από τέτοια
βλέπαν την ενοχή που ενέδρευε,
ώσπου κάποια βράδια σε είδαμε ξανά
σ’ ένα βουβό παλάτι μόνη
«έι… τι κάνεις;» φωνάξαμε και, Θε μου,
το σώμα μας και το δικό σου σώμα
εκμαγείο γύψινο φθαρμένο απ’ τη βροχή κι από τα χρόνια
σαν φρουραρχείο, γκρεμισμένο φρουραρχείο,
«θα ’ρθουν κάποια νυχτιά αυτοί που τους ξεχάσαμε»,
σου είπαμε,
«ανύπαρχτο το πρόσωπό τους
και το κρανίο τους γεμάτο σαύρες και γυμνό
θα κατέβουν βήμα το βήμα μόνοι
θ’ ανακαλύψουν μια χαρά για τη ζωή
πάνω απ’ τα σπίτια και τους τάφους
θ’ ανακαλύψουν μια χαρά για τη ζωή
μια πίκρα από αγάπη για μας και για τους πεθαμένους»,
κι ύστερα πάλι χάθηκες.

-Ανοίξτε το φως, ανοίξτε τα παράθυρα.

Αλήθεια, τι ντροπή
να πεθαίνουμε στ’ άσπρα μας σεντόνια
ενώ όλοι οι φίλοι μας σκοτώθηκαν στο πεζοδρόμιο.

O Γιώργος Μαρκόπουλος έχει κυκλοφορήσει επτά ποιητικές συλλογές, μία με πεζά, δύο τόμους με κείμενά του για το έργο άλλων ποιητών, δυο μονογραφίες (για το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση και για το έργο του Τάσου Λειβαδίτη), ενώ έχει επιμεληθεί βιβλία γύρω από την ποίηση. Το 1966 του απονεμήθηκε το «Βραβείο Καβάφη» στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και το 1999 το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Μη σκεπάζεις το ποτάμι (Κέδρος, 1998)


Δεν υπάρχουν σχόλια: